Η άρση των μέτρων συνδέεται με πιέσεις από τη βιομηχανία ποτών, την εμπορική διαμάχη ΗΠΑ–ΕΕ και τη στρατηγική επαναπροσέγγισης με το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την κατάργηση των δασμών στο σκωτσέζικο ουίσκι, συνδέοντας την απόφαση με την πρόσφατη επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου Γ΄ και της βασίλισσας Καμίλα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ανακοίνωση έγινε μέσω της πλατφόρμας Truth Social, όπου ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι η κίνηση αποτελεί ένδειξη σεβασμού προς το Ηνωμένο Βασίλειο και τη μοναρχία του.
“Προς τιμήν του Βασιλιά και της Βασίλισσας του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίοι μόλις αναχώρησαν από τον Λευκό Οίκο και επιστρέφουν σύντομα στην υπέροχη χώρα τους, καταργώ τους δασμούς και τους περιορισμούς στο ουίσκι που συνδέονται με την ικανότητα της Σκωτίας να εργάζεται μαζί με την Κοινοπολιτεία του Κεντάκι για το ουίσκι και το μπέρμπον”, έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος στο Truth Social, τη δική του πλατφόρμα.
Η αναφορά στη βασιλική παρουσία στον Λευκό Οίκο λειτουργεί ως το εμφανές σκέλος μιας απόφασης που εντάσσεται σε ευρύτερες οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις. Οι δασμοί είχαν επιβληθεί το 2019 στο πλαίσιο της εμπορικής σύγκρουσης ΗΠΑ–Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις επιδοτήσεις στην αεροναυπηγική βιομηχανία. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρέθηκαν οι εταιρείες Airbus και Boeing, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιβάλλουν επιβαρύνσεις σε ευρωπαϊκά προϊόντα ως αντίμετρο. Το σκωτσέζικο ουίσκι αποτέλεσε έναν από τους βασικούς κλάδους που επλήγησαν, με τις εξαγωγές προς την αμερικανική αγορά να υποχωρούν αισθητά τα επόμενα χρόνια.
Η κατάργηση των δασμών επαναφέρει την πρόσβαση των σκωτσέζικων αποσταγματοποιιών σε μία από τις σημαντικότερες αγορές τους, αλλά ταυτόχρονα αντανακλά πιέσεις που είχαν διαμορφωθεί και εντός των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι ευρωπαϊκές απαντήσεις στους αμερικανικούς δασμούς είχαν πλήξει και τα αμερικανικά προϊόντα, μεταξύ αυτών και το bourbon από το Κεντάκι, δημιουργώντας κόστος για παραγωγούς και εξαγωγείς. Η άρση των περιορισμών στο σκωτσέζικο ουίσκι συνδέεται με την ανάγκη αποκλιμάκωσης ενός εμπορικού κύκλου που επηρέασε αμφίπλευρα τη βιομηχανία αλκοολούχων.
Παράλληλα, η χρονική συγκυρία της απόφασης παραπέμπει σε ευρύτερη προσπάθεια επαναπροσέγγισης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ηνωμένου Βασιλείου. Μετά το Brexit, το Λονδίνο αναζητεί νέες ισορροπίες στις εμπορικές του σχέσεις, ενώ η Ουάσινγκτον επιδιώκει να ενισχύσει διμερείς συμφωνίες εκτός του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η άρση των δασμών σε ένα εμβληματικό εξαγωγικό προϊόν του Ηνωμένου Βασιλείου αποκτά σε αυτό το πλαίσιο σαφή διπλωματική και οικονομική διάσταση.
Η επίκληση της βασιλικής επίσκεψης λειτουργεί ως πολιτικό περίβλημα για μια απόφαση που εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Η αμερικανική αγορά ωφελείται από τη μείωση του κόστους εισαγωγών, ενώ οι βρετανικές εξαγωγές αποκτούν ξανά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ταυτόχρονα, η κίνηση επιτρέπει στην αμερικανική πλευρά να εμφανιστεί ως παράγοντας που διευκολύνει την εξομάλυνση εμπορικών εντάσεων.
Η τελική εφαρμογή της απόφασης εξαρτάται από τις διοικητικές διαδικασίες και τις εμπορικές ρυθμίσεις που θα ακολουθήσουν. Οι δασμοί είχαν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων και η πλήρης κατάργησή τους προϋποθέτει θεσμική επικύρωση. Η εξέλιξη των επόμενων εβδομάδων θα δείξει αν πρόκειται για άμεση μεταβολή πολιτικής ή για κίνηση που εντάσσεται σε ευρύτερη διαπραγμάτευση.
φωτογραφία άρθρου shutterstock