Οι εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση κινήθηκαν χαμηλότερα τους πρώτους πέντε μήνες του 2026, όμως το βόειο και το μοσχαρίσιο κρέας ακολούθησαν αντίθετη πορεία, καταγράφοντας σημαντική αύξηση. Τα στοιχεία για το ευρωπαϊκό εμπόριο δείχνουν ότι η συνολική αξία των εισαγωγών μειώθηκε, την ώρα που οι αγορές βοδινού ενισχύθηκαν αισθητά, σε μια περίοδο κατά την οποία η διαθέσιμη εγχώρια παραγωγή παραμένει περιορισμένη και οι τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Συγκεκριμένα, από τον Ιανουάριο έως και τον Μάιο του 2026, η αξία των εισαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων στην ΕΕ ανήλθε σε 77,5 δισ. ευρώ, μειωμένη κατά 5% ή κατά περίπου 4,1 δισ. ευρώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η υποχώρηση προήλθε κυρίως από τις χαμηλότερες εισαγωγές προϊόντων κακάο, δημητριακών και ελαιούχων σπόρων, ενώ τον Μάιο η αξία των εισαγωγών περιορίστηκε στα 15,4 δισ. ευρώ, καταγράφοντας πτώση 7% σε μηνιαία βάση και 10% σε ετήσια βάση.
Μέσα σε αυτή τη συνολική υποχώρηση, οι εισαγωγές βοδινού και μοσχαρίσιου κρέατος αυξήθηκαν κατά 28%, με την αξία τους να ενισχύεται κατά περίπου 330 εκατ. ευρώ σε σχέση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Η αύξηση δεν περιορίστηκε σε έναν συγκεκριμένο εμπορικό εταίρο, αλλά καταγράφηκε από όλες τις βασικές χώρες που προμηθεύουν την ευρωπαϊκή αγορά. Η εξέλιξη αποδίδεται κυρίως στην περιορισμένη εγχώρια προσφορά βοδινού στην ΕΕ, σε συνδυασμό με τις υψηλές τιμές του κρέατος στην ευρωπαϊκή αγορά. Σύμφωνα με την ανάλυση που επικαλείται στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας, οι συγκεκριμένες συνθήκες ενισχύουν τη ζήτηση για εισαγόμενο κρέας, καθώς οι αγοραστές στρέφονται περισσότερο στις διεθνείς αγορές για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η αύξηση των εισαγωγών βοδινού δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα μιας γενικότερης αύξησης των εισαγωγών τροφίμων. Συμβαίνει την ίδια στιγμή που οι συνολικές εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων μειώνονται, γεγονός που αναδεικνύει τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην αγορά κρέατος.
Παράλληλα, η εξέλιξη των εισαγωγών βοδινού εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον πιέσεων για την ευρωπαϊκή αγορά. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα ζώων προς σφαγή και οι υψηλές τιμές δημιουργούν κίνητρο για αυξημένες εισαγωγές, ενώ η παγκόσμια αγορά βοδινού βρίσκεται επίσης σε φάση σημαντικών μεταβολών. Οι διεθνείς εμπορικές ροές αναμένεται να επηρεαστούν από τις αλλαγές στην παραγωγή, τη ζήτηση και τις εμπορικές πολιτικές μεγάλων αγορών.
Διαφορετική ήταν η εικόνα για τις εισαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο. Η αξία των αγροδιατροφικών προϊόντων που εισήγαγε η ΕΕ από τη βρετανική αγορά μειώθηκε κατά 6%, ή περίπου 400 εκατ. ευρώ, με τις μειώσεις να αφορούν τις περισσότερες βασικές κατηγορίες προϊόντων. Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η υποχώρηση στις εισαγωγές γαλακτοκομικών, προϊόντων κακάο και δημητριακών. Την ίδια στιγμή, άλλοι εμπορικοί εταίροι κατέγραψαν αυξήσεις. Οι εισαγωγές από την Αργεντινή αυξήθηκαν κατά 10%, ή 220 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω υψηλότερων εισαγωγών ηλιόσπορων, ενώ από το Βιετνάμ αυξήθηκαν κατά 9%, ή 213 εκατ. ευρώ, με βασικό παράγοντα τις μεγαλύτερες ποσότητες καφέ. Οι εισαγωγές φρούτων και ξηρών καρπών αυξήθηκαν επίσης κατά 465 εκατ. ευρώ, δηλαδή κατά 4%.
Η εικόνα που διαμορφώνεται μέχρι τον Μάιο δείχνει επομένως μετατόπιση της ζήτησης μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών προϊόντων και προμηθευτών, με το βόειο κρέας να ξεχωρίζει λόγω της έντονης αύξησης των εισαγωγών του. Η αξία των εισαγωγών βοδινού και μοσχαρίσιου κρέατος αυξήθηκε κατά 330 εκατ. ευρώ, ενώ την ίδια περίοδο η συνολική αξία των εισαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων μειώθηκε κατά 4,1 δισ. ευρώ.