Νέα επιστημονική δημοσίευση προειδοποιεί ότι η έκθεση παιδιών και εμβρύων σε χημικές ουσίες των πλαστικών και μικροπλαστικά αποτελεί ζήτημα δημόσιας υγείας
Η αυξανόμενη παρουσία μικροπλαστικών, νανοπλαστικών και χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή πλαστικών αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες της επιστημονικής κοινότητας για την υγεία των παιδιών. Νέα δημοσίευση ομάδας Αμερικανών επιστημόνων και επαγγελματιών υγείας υποστηρίζει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πλέον αρκετά ώστε να δικαιολογούν άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις για τη μείωση της έκθεσης, ιδιαίτερα κατά την εγκυμοσύνη, τη βρεφική και την παιδική ηλικία. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι έμβρυα, βρέφη και μικρά παιδιά εκτίθενται καθημερινά σε χημικές ουσίες που προέρχονται από τα πλαστικά, καθώς και σε μικροπλαστικά σωματίδια, μέσω των τροφίμων, του πόσιμου νερού, του αέρα και της οικιακής σκόνης. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ολοένα και περισσότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι ορισμένες από αυτές τις ουσίες μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου, ενώ αναδύονται ενδείξεις ότι και τα ίδια τα μικροπλαστικά ενδέχεται να έχουν νευροτοξικές επιδράσεις. Στη δημοσίευση αναφέρεται ότι οι επιπτώσεις των πλαστικών χημικών ουσιών και πιθανώς των μικροπλαστικών στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο συνιστούν πλέον «σημαντική ανησυχία για τη δημόσια υγεία», ενώ οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η πρόληψη της έκθεσης μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου νευροαναπτυξιακών διαταραχών ή τουλάχιστον να περιορίσει τη σοβαρότητά τους.
Ιδιαίτερη ανησυχία για τις συσκευασίες τροφίμων
Οι ερευνητές δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις συσκευασίες τροφίμων, καθώς αποτελούν μία από τις βασικές πηγές έκθεσης σε χημικές ουσίες των πλαστικών. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν οι ορθοφθαλικές ενώσεις (φθαλικές ενώσεις) και οι δισφαινόλες, ουσίες που χρησιμοποιούνται ευρέως στην παραγωγή πλαστικών υλικών και έχουν ήδη συνδεθεί από προηγούμενες μελέτες με επιδράσεις στη νευροανάπτυξη. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι λύσεις δεν πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στις επιλογές των καταναλωτών, αλλά απαιτούν ρυθμιστικές παρεμβάσεις από τις κυβερνήσεις. Μεταξύ των προτάσεων που διατυπώνουν περιλαμβάνονται η απαγόρευση ολόκληρων κατηγοριών νευροτοξικών χημικών ουσιών, ξεκινώντας από εκείνες που χρησιμοποιούνται σε υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, η σταδιακή κατάργηση των πιο επικίνδυνων πλαστικών πολυμερών, ο περιορισμός της παραγωγής πλαστικών για μη αναγκαίες χρήσεις και η ενίσχυση των συστημάτων επαναχρησιμοποίησης και επαναπλήρωσης συσκευασιών. Παράλληλα, ζητούν να απαγορευθούν τα σκόπιμα προστιθέμενα μικροπλαστικά και νανοπλαστικά σε όλα τα προϊόντα, να υπάρξει πλήρης διαφάνεια σχετικά με τις χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή πλαστικών και να ενταχθούν τα μικροπλαστικά στα εθνικά προγράμματα βιοπαρακολούθησης, ώστε να εκτιμάται συστηματικά η έκθεση του πληθυσμού.
Οι επιστήμονες ζητούν διεθνή πολιτική δράση
Η ομάδα των ερευνητών θεωρεί ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συντονισμένη διεθνή δράση, καλώντας τις κυβερνήσεις να στηρίξουν μια νομικά δεσμευτική παγκόσμια συνθήκη για τη ρύπανση από τα πλαστικά, με στόχο τη μείωση της παραγωγής πλαστικών και των επικίνδυνων χημικών ουσιών που περιέχουν. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) επισημαίνει ότι τα μικροπλαστικά έχουν ανιχνευθεί σε διάφορα τρόφιμα και μπορούν να μεταναστεύσουν ακόμη και από υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η πλήρης αξιολόγηση των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και αναμένεται να ολοκληρωθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά επιστημονικά κενά.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environment International.