Η βιομηχανία τροφίμων περιλαμβάνεται ρητά στους κλάδους που προορίζονται να καλυφθούν από το νέο πακέτο στήριξης ύψους 95 εκατ. ευρώ για το ενεργειακό κόστος, το οποίο εξήγγειλε χθες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ. Οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν την ελάφρυνση για επιλέξιμες επιχειρήσεις έως περίπου 20-25 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ανάλογα με την κατηγορία δικαιούχου και τους τελικούς όρους εφαρμογής.
Η νέα παρέμβαση αφορά τόσο επιχειρήσεις που βρίσκονται εκτός του υφιστάμενου μηχανισμού αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους εκπομπών CO₂ όσο και μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες που ήδη λαμβάνουν αντιστάθμιση. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται κλάδοι που μέχρι σήμερα δεν είχαν αντίστοιχη κάλυψη έναντι του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, με τις κυβερνητικές αναφορές να κατονομάζουν τα τρόφιμα, τα τσιμέντα, τα χαρτικά και τα πλαστικά.
Για τη βιομηχανία τροφίμων, η συγκεκριμένη διεύρυνση μπορεί να καλύψει επιλέξιμες παραγωγικές μονάδες με σημαντικές ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον πληρούν τα κριτήρια που θα καθοριστούν στην τελική μορφή του μηχανισμού. Η κατανάλωση ρεύματος συνδέεται με διαδοχικά στάδια παραγωγής, όπως ψύξη, κατάψυξη, θερμική επεξεργασία, άντληση, συμπίεση, αερισμό, συσκευασία και αποθήκευση, με διαφορετική ενεργειακή ένταση ανά προϊόν, τεχνολογία και παραγωγική εγκατάσταση.
Στην πράξη, η περίμετρος της στήριξης θα μπορούσε να περιλάβει ενεργοβόρες μονάδες τροφίμων, όπως γαλακτοβιομηχανίες και τυροκομεία, βιομηχανίες κατεψυγμένων προϊόντων, εγκαταστάσεις επεξεργασίας κρέατος, ιχθυηρών και λαχανικών, μεγάλες αρτοβιομηχανίες, μονάδες ποτών και επιχειρήσεις με εκτεταμένες υποδομές ψύξης ή κατάψυξης. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα βάσει του ενεργειακού τους προφίλ και όχι ανακοινωμένο κατάλογο δικαιούχων, καθώς τα τελικά κριτήρια επιλεξιμότητας δεν έχουν ακόμη εξειδικευθεί.
Οι πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν μετά την πρωθυπουργική εξαγγελία τοποθετούν την αναμενόμενη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή των 20-25 ευρώ/MWh. Το ποσό δεν συνιστά ενιαία επιδότηση για κάθε δικαιούχο, καθώς η πραγματική ενίσχυση θα επηρεάζεται από την επιλέξιμη κατανάλωση, τη μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρισμού, την περίοδο κάλυψης και τη συμμετοχή ή μη της επιχείρησης στον μηχανισμό αντιστάθμισης.
Νεότερες πληροφορίες προσδιορίζουν μάλιστα την ενίσχυση κοντά στα 25 ευρώ/MWh για τις περίπου 600 επιχειρήσεις ή παροχές που δεν λαμβάνουν σήμερα αντιστάθμιση, ενώ για τις μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες που ήδη αποζημιώνονται το ποσό εκτιμάται χαμηλότερα. Οι υπολογισμοί παραμένουν ενδεικτικοί, επειδή τα τελικά ποσά θα προκύψουν από τις πραγματικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και τους όρους που τελικά θα εγκριθούν.
Η πρώτη κατανομή του προϋπολογισμού προβλέπει ότι περίπου το 70% των 95 εκατ. ευρώ, δηλαδή περί τα 60-65 εκατ. ευρώ, θα κατευθυνθεί στις ενεργοβόρες βιομηχανίες που λαμβάνουν ήδη αντιστάθμιση. Περίπου 30-32 εκατ. ευρώ υπολογίζεται ότι θα διατεθούν στις επιχειρήσεις εκτός αντιστάθμισης, κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται παραγωγικές δραστηριότητες από τους κλάδους τροφίμων, τσιμέντου, χαρτιού και πλαστικών.
Δεν έχει ανακοινωθεί ξεχωριστός προϋπολογισμός για τη βιομηχανία τροφίμων ούτε αριθμός επιχειρήσεων τροφίμων που θα ενταχθούν. Οι αναφορές σε περίπου 600 παροχές ή επιχειρήσεις αφορούν συνολικά τη βιομηχανική κατηγορία που βρίσκεται εκτός αντιστάθμισης και δεν πρέπει να αποδίδονται αποκλειστικά στον κλάδο τροφίμων. Η συνολική ετήσια κατανάλωση αυτής της ομάδας υπολογίζεται από διαφορετικές πηγές περίπου μεταξύ 1 και 1,5 TWh.
Αβεβαιότητα υπάρχει ακόμη ως προς την ακριβή αναδρομική περίοδο της ενίσχυσης για τις επιχειρήσεις εκτός αντιστάθμισης. Ορισμένα σημερινά δημοσιεύματα αναφέρουν κάλυψη ολόκληρου του 2026, ενώ άλλες πληροφορίες προσδιορίζουν περίοδο από τον Μάρτιο έως τον Δεκέμβριο. Για τις επιχειρήσεις που ήδη λαμβάνουν αντιστάθμιση, οι διαθέσιμες πληροφορίες συγκλίνουν περισσότερο σε πρόσθετη ενίσχυση για την περίοδο από τον Αύγουστο έως το τέλος του 2026.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται επίσης κατώτατο επίπεδο τιμής, γνωστό ως floor price, στα 50 ευρώ/MWh. Η παράμετρος αυτή δεν συνεπάγεται τελικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας 50 ευρώ/MWh για μια βιομηχανία. Αφορά το κατώτατο επίπεδο στο οποίο μπορεί να διαμορφωθεί, μετά την κρατική ενίσχυση, η τιμή που λαμβάνεται υπόψη για την επιλέξιμη κατανάλωση, ενώ παράλληλα ισχύουν περιορισμοί ως προς την ένταση της ενίσχυσης.
Η νομική βάση της παρέμβασης συνδέεται με το Clean Industrial Deal State Aid Framework, γνωστό ως CISAF. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε το πλαίσιο στις 25 Ιουνίου 2025 και το έχει θέσει σε ισχύ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030. Μεταξύ των κατηγοριών κρατικών ενισχύσεων που προβλέπει περιλαμβάνεται ειδικά η υποστήριξη του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για ενεργοβόρους βιομηχανικούς χρήστες, παράλληλα με μέτρα βιομηχανικής απανθρακοποίησης.
Στην τρέχουσα ενεργειακή συγκυρία προστίθεται το Middle East Crisis Temporary State Aid Framework, ή METSAF, το οποίο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 29 Απριλίου 2026. Πρόκειται για προσωρινό καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που δημιουργήθηκε για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης στη Μέση Ανατολή και, με βάση την ισχύουσα απόφαση, εφαρμόζεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Το METSAF επιτρέπει στα κράτη-μέλη να αυξήσουν την ένταση των σχημάτων ελάφρυνσης της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας που εγκρίνονται βάσει του CISAF. Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει δυνατότητα αύξησης της έντασης ενίσχυσης από 50% έως 70% του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας που αντιστοιχεί στην επιλέξιμη κατανάλωση, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της απαιτούμενης προσπάθειας απανθρακοποίησης που συνοδεύει το συγκεκριμένο καθεστώς.
Η ευρωπαϊκή ρύθμιση επιτρέπει επίσης συνδυασμό της ενίσχυσης με στήριξη που χορηγείται βάσει των κατευθυντήριων γραμμών κρατικών ενισχύσεων του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, για έως το μισό της ενίσχυσης που παρέχεται μέσω των σχετικών σχημάτων CISAF. Η πρόβλεψη αυτή εξηγεί τη δυνατότητα πρόσθετης στήριξης επιχειρήσεων που ήδη λαμβάνουν αντιστάθμιση για το έμμεσο κόστος CO₂, χωρίς οι δύο μηχανισμοί να αντιμετωπίζονται ως ταυτόσημες ενισχύσεις.
Η αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους CO₂ αφορά διαφορετικό τμήμα του ενεργειακού λογαριασμού. Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας ενσωματώνουν στην τιμή του ρεύματος μέρος του κόστους αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών, δημιουργώντας έμμεση επιβάρυνση στους βιομηχανικούς καταναλωτές. Ο μηχανισμός αντιστάθμισης επιστρέφει μέρος αυτής της επιβάρυνσης σε επιλέξιμους ενεργοβόρους κλάδους, με σκοπό τον περιορισμό της απώλειας διεθνούς ανταγωνιστικότητας και του κινδύνου διαρροής άνθρακα.
Για μια επιχείρηση τροφίμων, συνεπώς, η αναφορά του κλάδου στις κυβερνητικές εξαγγελίες δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει δικαίωμα επιδότησης. Η τελική επιλεξιμότητα θα εξαρτηθεί από την ακριβή ελληνική εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων, τους επιλέξιμους κλάδους και δραστηριότητες, την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ένταση και τις λοιπές προϋποθέσεις που θα ενσωματωθούν στο σχήμα που θα υποβληθεί προς έγκριση.
Η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας που πληρώνει μια μονάδα τροφίμων εξαρτάται επίσης από περισσότερες μεταβλητές από την κρατική επιδότηση. Το προφίλ κατανάλωσης, η σύμβαση προμήθειας, η τάση σύνδεσης, οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις, η δυνατότητα σύναψης διμερών συμβάσεων ηλεκτρικής ενέργειας και η ιδιοπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές μπορούν να διαφοροποιήσουν αισθητά το πραγματικό ενεργειακό κόστος μεταξύ δύο επιχειρήσεων με παρόμοιο συνολικό όγκο παραγωγής.
Η εφαρμογή του μέτρου συνδέεται ακόμη με την ευρωπαϊκή διαδικασία έγκρισης κρατικών ενισχύσεων. Η ύπαρξη των CISAF και METSAF παρέχει τη νομική δυνατότητα σχεδιασμού του ελληνικού σχήματος, χωρίς να ισοδυναμεί με αυτόματη εκταμίευση κοινοτικών χρημάτων προς τις επιχειρήσεις. Τα 95 εκατ. ευρώ αποτελούν το δημοσιονομικό μέγεθος της ελληνικής παρέμβασης, ενώ η καταβολή της ενίσχυσης αναμένεται μετά την ολοκλήρωση των απαιτούμενων διαδικασιών.
Οι μέχρι σήμερα πληροφορίες τοποθετούν τις πληρωμές για επιλέξιμες καταναλώσεις του 2026 πιθανότατα μέσα στο 2027, δεδομένου ότι πρέπει να προηγηθούν η οριστικοποίηση του μηχανισμού και η απαιτούμενη ευρωπαϊκή έγκριση. Η χρονική αυτή απόσταση έχει πρακτική επίπτωση στη ρευστότητα των επιχειρήσεων, καθώς η οικονομική ενίσχυση μπορεί να αφορά δαπάνες ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν ήδη καταβληθεί αρκετούς μήνες πριν από την πληρωμή της επιδότησης.
Για τη βιομηχανία τροφίμων, τα επόμενα στοιχεία που χρειάζονται επίσημη αποσαφήνιση είναι οι επιλέξιμοι ΚΑΔ ή βιομηχανικές δραστηριότητες, τα κατώφλια ενεργειακής έντασης, το ποσοστό επιλέξιμης κατανάλωσης, η ακριβής περίοδος αναδρομικής κάλυψης και ο μαθηματικός τύπος υπολογισμού της ενίσχυσης. Μέχρι τη δημοσίευση αυτών των παραμέτρων, τα 20-25 ευρώ/MWh πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εκτίμηση του υπό διαμόρφωση σχεδιασμού και όχι ως οριστικοποιημένη επιδότηση.