Η συζήτηση για το εργαστηριακό κρέας στην Ευρώπη αποκτά νέα διάσταση μετά την απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με δύο καταγγελίες που αφορούσαν την Ιταλία και τους κανόνες που έχει θεσπίσει για τα τρόφιμα που παράγονται με κυτταρική καλλιέργεια. Η υπόθεση δεν αφορά απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ότι η ιταλική νομοθεσία είναι παράνομη, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χειρίστηκε καταγγελίες για πιθανή παράβαση του ευρωπαϊκού δικαίου από την Ιταλία. Η απόφαση εκδόθηκε στις 11 Αυγούστου 2026, αφού η Επιτροπή είχε ήδη κλείσει τις δύο σχετικές διαδικασίες. Οι δύο καταγγελίες είχαν κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τους αριθμούς CPLT(2024)00289 και CPLT(2024)00919 και αφορούσαν διαφορετικές πτυχές της ιταλικής νομοθεσίας. Η μία σχετιζόταν με την κοινοποίηση τεχνικού κανονισμού και η άλλη με νόμο που αφορά τα συνθετικά τρόφιμα, κατηγορία στην οποία εντάσσεται και η νέα τεχνολογία παραγωγής τροφίμων από ζωικά κύτταρα. Το ζήτημα που έφτασε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ήταν ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει απόφαση επί των δύο καταγγελιών μέσα στο χρονικό διάστημα που είχε αρχικά αναφέρει στον καταγγέλλοντα.
Η διαδικασία ξεκίνησε στις 19 Μαρτίου 2026, όταν ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής άνοιξε έρευνα σχετικά με την καθυστέρηση της Επιτροπής. Στο πλαίσιο της έρευνας ζήτησε να εξετάσει τον φάκελο που αφορούσε τις δύο καταγγελίες και ζήτησε επίσης συνάντηση με εκπροσώπους της Επιτροπής, προκειμένου να λάβει εξηγήσεις για τον τρόπο με τον οποίο είχαν αντιμετωπιστεί οι υποθέσεις. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τον φάκελο της Επιτροπής και τις γραπτές εξηγήσεις της σχετικά με τους λόγους για τους οποίους οι δύο καταγγελίες δεν είχαν κλείσει μέχρι την ημερομηνία που είχε αρχικά γνωστοποιηθεί. Το κρίσιμο σημείο ήρθε στις 16 Ιουνίου 2026, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημέρωσε τόσο τον καταγγέλλοντα όσο και τον Διαμεσολαβητή ότι είχε αποφασίσει να κλείσει και τις δύο καταγγελίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει ουσιαστικά το αντικείμενο της έρευνας. Ο Διαμεσολαβητής είχε εξετάσει την καταγγελία σχετικά με την αδυναμία της Επιτροπής να λάβει εγκαίρως απόφαση, όχι την ουσία των ιταλικών μέτρων ούτε το κατά πόσο η Ιταλία παραβίασε τελικά το ευρωπαϊκό δίκαιο. Από τη στιγμή που η Επιτροπή είχε λάβει την απόφασή της και είχε κλείσει τις δύο διαδικασίες, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν δικαιολογούνταν περαιτέρω έρευνα για το συγκεκριμένο αντικείμενο της καταγγελίας. Η διευκρίνιση αυτή είναι σημαντική, επειδή η απόφαση δεν αποτελεί πράσινο φως ούτε καταδίκη της ιταλικής νομοθεσίας για το εργαστηριακό κρέας. Δεν αποφασίζει ότι η Ιταλία έχει ή δεν έχει παραβιάσει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Το συγκεκριμένο ζήτημα θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο νέας καταγγελίας, εφόσον κάποιος επιθυμεί να αμφισβητήσει την ουσιαστική απόφαση της Επιτροπής. Αυτό αναφέρεται ρητά στην ίδια την απόφαση του Διαμεσολαβητή.
Τι σημαίνει για την υπόθεση του εργαστηριακού κρέατος
Η υπόθεση έχει ενδιαφέρον επειδή αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα γύρω από το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όταν εξετάζει πιθανές παραβάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου από κράτη μέλη. Ο καταγγέλλων εξέφρασε στον Διαμεσολαβητή την ανησυχία ότι ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή αποφασίζει αν και πότε θα ξεκινήσει διαδικασία παράβασης περιορίζει τις δυνατότητες εξωτερικού ελέγχου των επιλογών της. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή έχει ήδη καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκεί αυτή τη διακριτική ευχέρεια, παραπέμποντας στις σχετικές ανακοινώσεις της για την εφαρμογή και την επιβολή του ευρωπαϊκού δικαίου. Παράλληλα, επισημαίνει ότι όποιος επιθυμεί να συνεχίσει να θέτει το ζήτημα της λογοδοσίας των ευρωπαϊκών θεσμών μπορεί να εξετάσει και τη δυνατότητα υποβολής αναφοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.