Μια ασυνήθιστη θεραπευτική προσέγγιση για τις σοβαρές τροφικές αλλεργίες φαίνεται να περνά για πρώτη φορά από το εργαστήριο σε ανθρώπους, με τα αρχικά αποτελέσματα να δημιουργούν ενδιαφέρον για τον ρόλο του εντερικού μικροβιώματος στην αλλεργική αντίδραση. Σε μικρή κλινική δοκιμή, ερευνητές χρησιμοποίησαν μεταμόσχευση μικροβιώματος από τα κόπρανα υγιών δοτών σε άτομα με σοβαρή αλλεργία στα φιστίκια, χορηγώντας το υλικό σε μορφή καψουλών. Σε ορισμένους από τους συμμετέχοντες, η θεραπεία συνδέθηκε με σημαντική αύξηση της ποσότητας φιστικιού που μπορούσαν να καταναλώσουν πριν εμφανίσουν σοβαρή αλλεργική αντίδραση. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Science Translational Medicine και θεωρούνται προκαταρκτικά, καθώς η μελέτη ήταν μικρή και είχε ως βασικό στόχο να εξετάσει αν η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι εφικτή και ασφαλής.
Η δοκιμή περιέλαβε 10 νεαρούς ενήλικες με σοβαρή αλλεργία στα φιστίκια, οι οποίοι αντιμετώπιζαν αντιδράσεις ακόμη και μετά την κατανάλωση πολύ μικρών ποσοτήτων. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν κατεψυγμένο υλικό από επιλεγμένους υγιείς δότες και το μετέτρεψαν σε κάψουλες, ώστε οι συμμετέχοντες να μπορούν να το λάβουν από το στόμα. Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μεταμόσχευση μικροβιώματος δεν αποσκοπεί στη μεταφορά των ίδιων των κοπράνων ως θεραπευτικού παράγοντα, αλλά κυρίως στη μεταφορά ενός διαφορετικού συνόλου μικροοργανισμών στο έντερο, με την προσδοκία ότι αυτοί θα επηρεάσουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Τι συνέβη μετά τη θεραπεία
Μετά τη χορήγηση των καψουλών, οι ερευνητές παρακολούθησαν την ανοχή των συμμετεχόντων στα φιστίκια και διαπίστωσαν ότι τρεις από τους συμμετέχοντες παρουσίασαν σημαντική βελτίωση περίπου τέσσερις μήνες μετά τη θεραπεία. Τα άτομα αυτά μπορούσαν να καταναλώσουν μεγαλύτερη ποσότητα φιστικιού χωρίς να εμφανίσουν σοβαρή αντίδραση, σε σχέση με την κατάσταση πριν από τη θεραπεία. Το αποτέλεσμα δεν ήταν ίδιο για όλους τους συμμετέχοντες, γεγονός που δείχνει ότι η ανταπόκριση στη μεταμόσχευση μικροβιώματος μπορεί να εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς και από το κατά πόσο οι μικροοργανισμοί του δότη μπορούν να εγκατασταθούν και να μεταβάλουν το οικοσύστημα του εντέρου. Οι ερευνητές προχώρησαν στη συνέχεια σε μια δεύτερη ομάδα συμμετεχόντων, στους οποίους χορηγήθηκαν πρώτα αντιβιοτικά με στόχο να μειωθεί προσωρινά μέρος των υφιστάμενων βακτηρίων του εντέρου και στη συνέχεια να χορηγηθούν οι κάψουλες με το μικροβίωμα του δότη. Η λογική ήταν ότι η προσωρινή τροποποίηση του εντερικού περιβάλλοντος θα μπορούσε να διευκολύνει την εγκατάσταση των νέων μικροοργανισμών. Και σε αυτή την ομάδα παρατηρήθηκε βελτίωση στην ανοχή των φιστικιών σε ορισμένους συμμετέχοντες, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος μπορεί να επηρεάζει την ένταση της τροφικής αλλεργίας.
Το ενδιαφέρον των ερευνητών δεν περιορίστηκε όμως στο αν οι συμμετέχοντες μπορούσαν να καταναλώσουν μεγαλύτερη ποσότητα φιστικιού. Αναλύθηκαν επίσης οι αλλαγές που προκάλεσε η θεραπεία στο εντερικό μικροβίωμα και στον μεταβολισμό, ώστε να αναζητηθεί ένας πιθανός μηχανισμός πίσω από τη βελτίωση. Στους συμμετέχοντες που ανταποκρίθηκαν θετικά εντοπίστηκαν αυξημένα επίπεδα χολικών οξέων και ενδείξεις ενίσχυσης ανοσολογικών μηχανισμών που σχετίζονται με την ανοχή στις τροφές. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν ότι η δράση της θεραπείας μπορεί να μην αφορά μόνο την παρουσία συγκεκριμένων βακτηρίων, αλλά ένα ευρύτερο σύστημα αλληλεπίδρασης μεταξύ μικροβιώματος, μεταβολιτών και ανοσοποιητικού. Η συγκεκριμένη υπόθεση έχει ενδιαφέρον επειδή οι τροφικές αλλεργίες αποτελούν αποτέλεσμα δυσλειτουργικής ανοσολογικής αντίδρασης σε πρωτεΐνες που κανονικά θα έπρεπε να είναι ανεκτές από τον οργανισμό. Το έντερο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία επαφής του ανοσοποιητικού με ξένες ουσίες και μικροοργανισμούς, ενώ τα βακτήρια που ζουν σε αυτό παράγουν μεταβολίτες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την ανοσολογική λειτουργία. Η νέα μελέτη επιχειρεί επομένως να αξιοποιήσει αυτή τη σχέση με έναν διαφορετικό τρόπο, αντί να στοχεύσει αποκλειστικά στην ίδια την αλλεργική αντίδραση.
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, δεν πρόκειται ακόμη για θεραπεία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρέως από ανθρώπους με αλλεργία στα φιστίκια. Ο αριθμός των συμμετεχόντων ήταν πολύ μικρός και μόνο ένα μέρος τους παρουσίασε σαφή βελτίωση. Επιπλέον, η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε άτομα με συγκεκριμένο τύπο τροφικής αλλεργίας και επομένως δεν είναι γνωστό αν παρόμοια αποτελέσματα θα μπορούσαν να εμφανιστούν σε αλλεργίες σε άλλες τροφές, όπως το γάλα, το αυγό ή οι ξηροί καρποί. Οι ερευνητές χρειάζονται μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα και να προσδιορίσουν ποιοι ασθενείς είναι πιθανότερο να ανταποκριθούν. Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα αφορά το ίδιο το περιεχόμενο της μεταμόσχευσης. Το μικροβίωμα διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο και δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ποιοι μικροοργανισμοί είναι υπεύθυνοι για το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές εξετάζουν ήδη την προοπτική ανάπτυξης πιο στοχευμένων θεραπειών, στις οποίες δεν θα χρειάζεται να χρησιμοποιείται ολόκληρο το μικροβιακό υλικό ενός δότη, αλλά συγκεκριμένα βακτήρια ή συνδυασμοί μικροοργανισμών που θα μπορούσαν να αναπαράγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.