Στις 21 Μαρτίου, πρώτη μέρα της άνοιξης, ο κόσμος γιορτάζει το επιδόρπιο που έχει περισσότερα hashtag από το Κολοσσαίο
Αν η άνοιξη είχε γεύση, πιθανότατα θα ήταν τιραμισού: ελαφρύ αλλά πλούσιο, νοσταλγικό αλλά πάντα επίκαιρο. Δεν είναι τυχαίο που η Παγκόσμια Ημέρα Τιραμισού έχει οριστεί στις 21 Μαρτίου, την πρώτη ημέρα της άνοιξης στο Βόρειο Ημισφαίριο. Το γλυκό που το όνομά του στα ιταλικά σημαίνει κυριολεκτικά «σήκω με ψηλά» έχει γίνει κάτι πολύ περισσότερο από ένα δημοφιλές επιδόρπιο. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο με οικονομικό αποτύπωμα που μετριέται σε δισεκατομμύρια, πολιτισμικό βάρος που υπερβαίνει αρχαία μνημεία και μια ταυτότητα που αμφισβητείται εδώ και δεκαετίες.
Το τιραμισού ξεκίνησε από την περιοχή Veneto της Βορειοανατολικής Ιταλίας, και η διαμάχη για την ακριβή του προέλευση παραμένει ζωντανή. Το εστιατόριο Le Beccherie στο Τρεβίζο διεκδικεί ευθέως την πατρότητα της αρχικής συνταγής. Κάθε χρόνο, στις 21 Μαρτίου, στην Piazza dei Signori της πόλης, πρώην πρωταθλητές του Παγκόσμιου Κυπέλλου Τιραμισού μοιράζουν το επιδόρπιο στην κλασική του μορφή, ενώ οργανώνεται περιήγηση στα μέρη που διεκδικούν την ιστορία του. Μια ταυτότητα που σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία, αξίζει πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια.
Οι αριθμοί μιας αγοράς που μεγαλώνει
Η παγκόσμια αγορά του συσκευασμένου τιραμισού, το λεγόμενο boxed tiramisu, εκτιμήθηκε σε περίπου 943 εκατομμύρια δολάρια το 2025 και αναμένεται να φτάσει τα 1,32 δισεκατομμύρια έως το 2034 με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 6%. Άλλες εκτιμήσεις τοποθετούν την αγορά ήδη στα 1,22 δισεκατομμύρια το 2026, με προβολή στα 2,55 δισεκατομμύρια έως το 2035. Η Δυτική Ευρώπη διατηρεί πάνω από το 70% της παγκόσμιας κατανάλωσης, αλλά οι ασιατικές αγορές τρέχουν με ταχύτητα 9% ετησίως, καθώς τα δυτικά επιδόρπια κερδίζουν συνεχώς έδαφος.
Στην Ιταλία, η Accademia del Tiramisù εκτιμά την αξία της εγχώριας αγοράς σε περίπου 353 εκατομμύρια ευρώ. Το εντυπωσιακότερο όμως στοιχείο είναι η επίδρασή του στις άλλες αλυσίδες εφοδιασμού: περίπου το 80% της κατανάλωσης μασκαρπόνε και σαβαγιάρ στην Ιταλία οφείλεται στην παρασκευή τιραμισού, ποσοστό που ανεβαίνει σχεδόν στο 100% στο εξωτερικό, τόσο στην εστίαση όσο και στα έτοιμα προϊόντα. Σε μη ευρωπαϊκές αγορές, οι αυξήσεις ξεπερνούν το 18%, με την Κίνα να ξεχωρίζει.
Στο Τρεβίζο, η επιχειρηματική λογική πήρε συγκεκριμένη μορφή. Το Le Beccherie άνοιξε χώρο αφιερωμένο αποκλειστικά στη γεύση τιραμισού, ανοιχτό από τις 10 το πρωί έως τις 7 το απόγευμα. Τις πρώτες μέρες η ζήτηση ξεπέρασε τις 300 μερίδες την ημέρα, ενώ το εστιατόριο σερβίριζε παλαιότερα περίπου 500 μερίδες την εβδομάδα. Το νέο format σχεδιάστηκε με επεκτασιμότητα στο μυαλό. Η ιδέα είναι να γίνει αναπαραγώγιμο: πρώτα σε περιφερειακό επίπεδο, μετά εθνικό, και τελικά διεθνές, διατηρώντας την ποιότητα των υλικών και τη χειροτεχνική παρασκευή. Ένα πρώτο βήμα προς τη Βενετία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Η έμπνευση ήρθε από μια αποκαλυπτική παρατήρηση: ένας Κορεάτης πελάτης εμφανίστηκε μια κλειστή μέρα του εστιατορίου και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μπει μέσα για να γευτεί το τιραμισού. Αυτή η εικόνα συμπυκνώνει κάτι που τα στοιχεία επιβεβαιώνουν με τον δικό τους τρόπο.
Περισσότερα hashtag από το Κολοσσαίο
Ίσως η πιο εντυπωσιακή απόδειξη της πολιτισμικής βαρύτητας του τιραμισού προέρχεται από ψηφιακά δεδομένα. Στο Instagram, το hashtag τιραμισού έχει συγκεντρώσει 5,3 εκατομμύρια χρήσεις από τη δημιουργία της πλατφόρμας το 2010, υπερβαίνοντας τα συνολικά 4 εκατομμύρια που αντιστοιχούν στο Κολοσσαίο. Η γαστρονομία έχει γίνει τουριστικός προορισμός από μόνη της, ικανή να ανταγωνιστεί και να ξεπεράσει σε ψηφιακή παρουσία τα σημαντικότερα πολιτιστικά μνημεία του κόσμου.
