Ο άνθρωπος που αποφάσισε να αλλάξει τη νοοτροπία της λαϊκής, προσφέροντας στους καταναλωτές κάτι πολύ πιο πολύτιμο από φρέσκα φρούτα
Στη λαϊκή αγορά του Σαββάτου στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά, ανάμεσα σε πάγκους γεμάτους χρώματα, αρώματα και φωνές, υπάρχει ένας μανάβης που κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό, και πρωτοποριακό για τα ελληνικά δεδομένα. Ο Βασίλης Κοσμάς, επαγγελματίας πωλητής υπαίθριου εμπορίου και πατέρας ενός κοριτσιού, δεν περιορίζεται στο να πουλάει φρούτα και λαχανικά. Επιλέγει να τα… «συστήνει»!
Ναι, ο Βασίλης Κοσμάς «συστήνει» τα προϊόντα του δίνοντας πληροφορίες σε μεγάλες ταμπέλες, για τη θρεπτική τους αξία. Το “μεράκι” του να αλλάξει την εικόνα της λαϊκής, τον οδήγησε να βάλει δίπλα σε κάθε προϊόν του πάγκου του, προσεγμένες πινακίδες που αναγράφουν τα θρεπτικά τους συστατικά και τις ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία. Οι πινακίδες, δεν είναι πρόχειρα γραμμένες με μαρκαδόρο σε χαρτόνια, όπως έχουμε συνηθίσει. Είναι καλαίσθητες, επεξηγηματικές και τοποθετημένες με τέτοια φροντίδα, που μετατρέπουν τα καφάσια με τα αβοκάντο και τα μανιτάρια σε “εκθέματα” μιας υπαίθριας εγκυκλοπαίδειας διατροφής.
Και βέβαια οι πληροφορίες που δίνει στους πελάτες δεν είναι γενικότητες: αναφέρονται σε βιταμίνες, αντιοξειδωτικά, φυτικές ίνες και συγκεκριμένα οφέλη για τον οργανισμό — από την υγεία της καρδιάς μέχρι την ενίσχυση του ανοσοποιητικού. Η εικόνα θυμίζει περισσότερο οργανωμένο κατάστημα υγιεινής διατροφής ή delicatessen του εξωτερικού, οικονομικά προσβάσιμο σε όλους, παρά έναν πάγκο λαϊκής αγοράς. Όπως είπε ο κ. Κοσμάς στο Cibum “είναι μια συνειδητή πράξη ενημέρωσης”.
Η αντίδραση του κόσμου
Η παρουσία αυτών των πινακίδων δεν περνά απαρατήρητη από τους επισκέπτες της λαϊκής. Πολλοί κοντοστέκονται, διαβάζουν, σχολιάζουν μεταξύ τους ή ζητούν περισσότερες πληροφορίες. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που συγχαίρουν τον κ. Κοσμά για την πρωτοβουλία του, αναγνωρίζοντας την αξία της σε μια εποχή που η ενημέρωση γύρω από τη διατροφή γίνεται ολοένα και πιο σημαντική.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι αυτή η απλή ιδέα φαίνεται να «σπάει» τη μηχανική ρουτίνα της εβδομαδιαίας αγοράς. Οι καταναλωτές σταματούν να “τρέχουν” από πάγκο σε πάγκο, κοντοστέκονται μπροστά στις πινακίδες, τις διαβάζουν, σκέφτονται, ρωτούν, χαμογελάνε στον κ. Κοσμά, άλλοι του λένε μπράβο και τελικά βέβαια αγοράζουν. Όπως λέει, η ανταπόκριση του κόσμου τον δικαιώνει: «Ο κόσμος δείχνει ενδιαφέρον και κοντοστέκεται για να διαβάσει. Μια φορά ήρθε κι ένας παππούς, έβγαλε την πινακίδα από τα καρότα, έβγαλε και το κινητό του και τι έκανε; Επειδή δεν μπορούσε να δει για να το διαβάσει, το φωτογράφισε, για να το μεγεθύνει, και να το διαβάσει, όπως είπε, στο σπίτι με ηρεμία!».
Αγάπη για τη δουλειά και σεβασμός στον πελάτη
Δεν πρόκειται για marketing, αλλά για έκφραση αγάπης για το επάγγελμα και σεβασμού στον κόσμο που τον επιλέγει και δείχνει ότι ο σύγχρονος μανάβης μπορεί να είναι και κάτι παραπάνω: ένας μικρός «πρεσβευτής» της σωστής διατροφής. Μέσα από αυτή την απλή αλλά ουσιαστική ιδέα, δημιουργεί μια διαφορετική σχέση εμπιστοσύνης με τον πελάτη, καθώς προσφέρει γνώση και καλλιεργεί διατροφική συνείδηση. Εξηγώντας με απλότητα την φιλοσοφία του, λέει ότι μεταφέρει την ηθική του οικογενειακού τραπεζιού στον πάγκο της λαϊκής: «Όταν πήρα την άδεια από τον πατέρα μου, έβαλα στον εαυτό μου αυτόν τον κανόνα: ό,τι έβαζα στο σπίτι μου, θα το έβαζα και στον πάγκο μου. Ό,τι έτρωγα εγώ, η γυναίκα μου και το παιδί μου, θα το έτρωγε και ο πελάτης».