Η αύξηση του κόστους οδηγεί τα νοικοκυριά σε φθηνότερες και χαμηλότερης διατροφικής αξίας επιλογές, με επιπτώσεις στη σωματική και γνωστική ανάπτυξη των πιο ευάλωτων, σύμφωνα με δημοσίευση στο Global Food Security
Μια νέα επιστημονική μελέτη προειδοποιεί ότι ο πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν δεν περιορίζεται σε γεωπολιτικό επίπεδο, αλλά πλήττει άμεσα την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, οδηγώντας δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε ακραία φτώχεια. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το University of Sharjah και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Global Food Security.
Παρά την εύθραυστη εκεχειρία που ακολούθησε τις συγκρούσεις της 28ης Φεβρουαρίου, οι βασικοί μηχανισμοί αποσταθεροποίησης παραμένουν ενεργοί. Η απόφαση του Ιράν να περιορίσει τη διέλευση εμπορίου και πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τον αμερικανικό αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών, έχει προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η μελέτη επισημαίνει ότι τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κρίσιμο κόμβο για την παγκόσμια οικονομία, καθώς μέσω αυτών διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η διαταραχή της λειτουργίας τους αυξάνει το ενεργειακό κόστος, το οποίο μεταφέρεται άμεσα στην αγροτική παραγωγή, την επεξεργασία τροφίμων και τη μεταφορά τους.
Οι ερευνητές καταγράφουν αλυσιδωτές επιπτώσεις: αύξηση των τιμών των λιπασμάτων λόγω της σύνδεσής τους με το φυσικό αέριο, άνοδο του κόστους μεταφοράς και ασφάλισης φορτίων, καθώς και έντονες διακυμάνσεις στις τιμές βασικών αγροτικών προϊόντων. Οι εξελίξεις αυτές μειώνουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και περιορίζουν την πρόσβαση σε επαρκή και ποιοτική τροφή.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες εμφανίζονται οι περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, αλλά και η Ανατολική Αφρική, όπου ήδη καταγράφονται υψηλά επίπεδα επισιτιστικής ανασφάλειας. Ωστόσο, η μελέτη υπογραμμίζει ότι οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται γεωγραφικά και επηρεάζουν το σύνολο του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η αύξηση των τιμών δεν οδηγεί μόνο σε μείωση της κατανάλωσης τροφίμων αλλά και σε υποβάθμιση της ποιότητάς τους. Τα νοικοκυριά εγκαταλείπουν πρώτα προϊόντα όπως φρούτα, λαχανικά και πρωτεΐνη, στρεφόμενα σε φθηνότερες, υψηλής θερμιδικής πυκνότητας αλλά χαμηλής διατροφικής αξίας επιλογές. Οι επιπτώσεις είναι πιο έντονες σε παιδιά και εγκύους, με μόνιμες συνέπειες στη σωματική και γνωστική ανάπτυξη.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τον ρόλο των λιπασμάτων ως κρίσιμο παράγοντα. Περίπου το 20% έως 30% των παγκόσμιων εξαγωγών λιπασμάτων διέρχεται από την ίδια θαλάσσια οδό, ενώ ήδη καταγράφεται αύξηση της τιμής της ουρίας κατά περίπου 36% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Παράλληλα, σημαντικοί όγκοι εμπορίου λιπασμάτων έχουν παγώσει.
Σε αντίθεση με τοπικές κρίσεις παραγωγής, οι ενεργειακές διαταραχές επηρεάζουν ταυτόχρονα όλα τα στάδια της τροφικής αλυσίδας, από την παραγωγή έως την κατανάλωση, επιταχύνοντας τη διάδοση της επισιτιστικής κρίσης. Η μελέτη στηρίζεται σε συγκριτική ανάλυση προηγούμενων κρίσεων, όπως η επισιτιστική κρίση του 2007-2008, η πανδημία COVID-19 και ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας.
Παρά τις δυσμενείς προβλέψεις, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι υπάρχουν ήδη διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής για τον περιορισμό των επιπτώσεων, εφόσον υπάρξει άμεση και συντονισμένη δράση. Υπογραμμίζουν ότι χώρες που επένδυσαν σε στρατηγικά αποθέματα και μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας πριν από προηγούμενες κρίσεις ανταποκρίθηκαν πιο αποτελεσματικά.
Η μελέτη καταλήγει ότι η καθυστέρηση λήψης μέτρων αυξάνει το οικονομικό και κοινωνικό κόστος, με τις μεγαλύτερες συνέπειες να επιβαρύνουν τους ήδη ευάλωτους πληθυσμούς. Οι διεθνείς οργανισμοί και οι κυβερνήσεις καλούνται να ενισχύσουν τη συνεργασία και να προχωρήσουν σε συντονισμένες παρεμβάσεις για τη σταθεροποίηση των αγορών τροφίμων και ενέργειας.