Η ασφάλεια των τροφίμων και τα ζητήματα που σχετίζονται με την υγεία καταγράφονται πλέον μεταξύ των σημαντικότερων κινδύνων για τις επιχειρήσεις του κλάδου τροφίμων, ποτών και αγροδιατροφής σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα με το Global Food, Beverage and Agriculture Risk Report 2026 της Willis, επιχειρηματικής μονάδας της WTW, το 45% των στελεχών που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι η ασφάλεια των τροφίμων και οι επιπτώσεις στην υγεία συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες απειλές που αντιμετωπίζουν οι οργανισμοί τους, έναντι 29% το 2024.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται δημοφιλή ποτήρια που πωλούνται και στην Ελλάδα, λόγω κινδύνου εγκαύματος – Η ανακοίνωση της εταιρείας (φωτογραφία)
Τα στοιχεία της έκθεσης βασίζονται σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2026 με τη συμμετοχή 450 ανώτερων στελεχών υπεύθυνων για τη διαχείριση κινδύνων σε μεγάλες επιχειρήσεις τροφίμων, ποτών και αγροδιατροφής από διάφορες χώρες. Η έρευνα εξετάζει τις κυριότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος, τις μεταβολές στις προτεραιότητες των επιχειρήσεων και τον βαθμό ετοιμότητάς τους απέναντι στους επιχειρησιακούς κινδύνους που διαμορφώνουν το διεθνές περιβάλλον.
Η σημαντική αυτή αύξηση αποδίδεται στην εντονότερη ανησυχία γύρω από τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, αλλά και στην αυξανόμενη έκθεση των επιχειρήσεων σε δικαστικές διεκδικήσεις που σχετίζονται με θέματα υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών. Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε ένα περιβάλλον όπου οι εταιρείες καλούνται να διαχειριστούν πολλαπλούς και ταυτόχρονους κινδύνους, οι οποίοι επηρεάζουν την παραγωγή, τις προμήθειες, τη λειτουργική συνέχεια και τη συνολική επιχειρησιακή τους ανθεκτικότητα.
Η έρευνα επισημαίνει ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι εμπορικοί δασμοί, η αύξηση του κόστους πρώτων υλών και παραγωγής, οι κυβερνοεπιθέσεις, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες συγκαταλέγονται μεταξύ των κυριότερων παραγόντων που επηρεάζουν τον κλάδο κατά το 2026.
Παράλληλα, μειώνεται η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων στις δυνατότητές τους να διαχειριστούν αποτελεσματικά τους κινδύνους. Το 62% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι αισθάνεται πως έχει μερικό ή πλήρη έλεγχο των επιχειρησιακών κινδύνων που αντιμετωπίζει, ποσοστό μειωμένο από το 75% που είχε καταγραφεί το 2024 και το 89% το 2023. Τα ευρήματα αποδίδουν αυτή τη μεταβολή στη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στις συνεχείς μεταβολές των συνθηκών λειτουργίας.
Η έρευνα καταγράφει επίσης ότι οι επιχειρήσεις προσαρμόζουν τη στρατηγική τους στις οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές. Ποσοστό 52% θεωρεί ότι τα προϊόντα με έμφαση στη σχέση αξίας και τιμής αποτελούν τη σημαντικότερη επιχειρηματική ευκαιρία, καθώς το αυξημένο κόστος διαβίωσης και οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες επηρεάζουν τις καταναλωτικές επιλογές σε πολλές αγορές.
Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την εφοδιαστική αλυσίδα συνεχίζουν να ενισχύονται. Το 44% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι οι διαταραχές στις αλυσίδες προμήθειας αποτελούν βασική ανησυχία, έναντι 40% στην προηγούμενη αντίστοιχη έρευνα. Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, τις εμπορικές εντάσεις και την αβεβαιότητα που επηρεάζει τη διακίνηση πρώτων υλών και προϊόντων σε διεθνές επίπεδο.
Ιδιαίτερα υψηλά παραμένουν και τα ποσοστά των επιχειρήσεων που δίνουν προτεραιότητα στη διαχείριση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και εταιρικής διακυβέρνησης κινδύνων (ESG). Το 84% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων θα αποτελέσει προτεραιότητα κατά την επόμενη διετία, καθώς η συχνότερη εμφάνιση ξηρασιών και πλημμυρών, αλλά και φαινόμενα όπως η λειψυδρία και η υποβάθμιση των εδαφών, επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο την αγροτική παραγωγή και τις πρώτες ύλες.
Ταυτόχρονα καταγράφεται αύξηση στον αριθμό των επιχειρήσεων που διαθέτουν οργανωμένα σχέδια επιχειρησιακής συνέχειας. Το 83% δηλώνει ότι εφαρμόζει επίσημο σχέδιο αντιμετώπισης διακοπών της λειτουργίας του, έναντι 78% στην προηγούμενη έρευνα, γεγονός που αποδίδεται στην ανάγκη καλύτερης προετοιμασίας απέναντι σε απρόβλεπτες διαταραχές.
Ο Simon Lusher, Global Food, Beverage and Agriculture Leader της Willis, δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών λειτουργούν σε ένα περιβάλλον κινδύνων που γίνεται κάθε χρόνο πιο σύνθετο και λιγότερο προβλέψιμο. Όπως ανέφερε, η έρευνα δείχνει ότι αρκετά στελέχη αισθάνονται πως έχουν μικρότερο έλεγχο των κινδύνων που αντιμετωπίζουν, καθώς οι συνθήκες μεταβάλλονται με μεγάλη ταχύτητα, ενώ πολλές επιχειρήσεις ενισχύουν την ανθεκτικότητα και προσαρμόζουν τις στρατηγικές τους δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην αξία των προϊόντων τους.
Η Ivy Lee, Food and Beverage Industry Leader της Willis για την Ασία, σημείωσε ότι οι επιχειρήσεις καλούνται να ανταποκριθούν ταυτόχρονα στις διαταραχές των εφοδιαστικών αλυσίδων και στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών, οι οποίοι στρέφονται περισσότερο σε ζητήματα υγείας, οικονομικής προσιτότητας και διαφάνειας σχετικά με τα προϊόντα που επιλέγουν.
Από την πλευρά του, ο Roman Mesuraca, Head of Property and Casualty της Willis για τη Λατινική Αμερική, ανέφερε ότι οι επιχειρήσεις χρειάζονται πλέον πιο εξελιγμένες στρατηγικές μεταφοράς και διαχείρισης κινδύνου, καθώς οι υφιστάμενες πρακτικές δεν επαρκούν σε ένα περιβάλλον όπου οι επιχειρησιακές απειλές αλληλοεπηρεάζονται και εξελίσσονται με μεγαλύτερη ένταση.