Κάτω από τις ορεινές περιοχές της Ασίας βρίσκεται ένα τεράστιο απόθεμα νερού που τροφοδοτεί ποτάμια και υδρολογικά συστήματα από τα οποία εξαρτώνται εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι σε περισσότερες από δώδεκα χώρες. Νέα δορυφορική μελέτη δείχνει ότι το απόθεμα αυτό μειώνεται με ρυθμό περίπου 24,2 δισεκατομμυρίων τόνων υπόγειου νερού κάθε χρόνο, ενώ περίπου τα δύο τρίτα της περιοχής που εξετάστηκε παρουσίασαν απώλειες μεταξύ 2003 και 2020. Η περιοχή, γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως High Mountain Asia, περιλαμβάνει το Θιβετιανό Οροπέδιο, τα Ιμαλάια και άλλες μεγάλες οροσειρές της κεντρικής και νότιας Ασίας και αποτελεί σημαντική πηγή νερού για μεγάλες λεκάνες απορροής. Η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα από πολλαπλούς δορυφόρους, μοντέλα του γήινου συστήματος και τεχνικές τεχνητής νοημοσύνης, ώστε οι επιστήμονες να μπορέσουν να ανασυνθέσουν τις μεταβολές των υπόγειων αποθεμάτων για περίπου δύο δεκαετίες. Η ανάγκη για τέτοιου είδους ανάλυση είναι ιδιαίτερα μεγάλη στην περιοχή, καθώς το δύσβατο ορεινό ανάγλυφο και η περιορισμένη παρουσία επίγειων σταθμών καθιστούν δύσκολη τη συστηματική παρακολούθηση του υπόγειου νερού. Τα αποτελέσματα του μοντέλου ελέγχθηκαν στη συνέχεια με χιλιάδες μετρήσεις από γεωτρήσεις και ανεξάρτητα σύνολα δεδομένων.
Η μείωση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι σημαντικότερες απώλειες εντοπίστηκαν στις πυκνοκατοικημένες περιοχές κατάντη των μεγάλων ορεινών όγκων, όπου η γεωργία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την άρδευση. Ιδιαίτερα έντονη υποχώρηση των υπόγειων αποθεμάτων καταγράφηκε στις λεκάνες του Γάγγη και του Βραχμαπούτρα, του Ινδού και του Αμού Ντάρια. Πρόκειται για περιοχές στις οποίες το υπόγειο νερό χρησιμοποιείται ως σημαντική πηγή για την κάλυψη των αναγκών της γεωργίας, ειδικά όταν οι διαθέσιμες ποσότητες επιφανειακού νερού δεν επαρκούν. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι κλιματικοί παράγοντες εξηγούν σχεδόν το ήμισυ της μεταβλητότητας που παρατηρήθηκε στα αποθέματα υπόγειου νερού. Σημαντικό ρόλο έχουν οι μεταβολές στην κρυόσφαιρα, δηλαδή στο χιόνι, τους παγετώνες και τον πάγο που αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες νερού στις ορεινές περιοχές. Η άλλη πλευρά της εικόνας αφορά την ανθρώπινη χρήση. Η άντληση νερού, ιδιαίτερα για την άρδευση στις χαμηλότερες περιοχές, έγινε ολοένα σημαντικότερος παράγοντας μείωσης των υπόγειων αποθεμάτων και η επίδρασή της ενισχύθηκε μετά το 2010. Η εικόνα δεν είναι πάντως ίδια σε ολόκληρη την περιοχή. Σε ορισμένες περιοχές μεγάλου υψομέτρου καταγράφηκαν τοπικές αυξήσεις των υπόγειων αποθεμάτων, γεγονός που δείχνει ότι οι μεταβολές επηρεάζονται από έναν συνδυασμό βροχοπτώσεων, τήξης χιονιού και πάγου, γεωμορφολογίας, κλιματικών συνθηκών και ανθρώπινης άντλησης. Η μελέτη επομένως δεν περιγράφει μια ενιαία διαδικασία απώλειας νερού σε ολόκληρη την ορεινή Ασία, αλλά μια πολύ διαφορετική εικόνα ανάλογα με τη λεκάνη και τις τοπικές συνθήκες.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της μελέτης αφορά την τήξη των παγετώνων. Η αυξημένη τήξη μπορεί σε ορισμένες περιοχές να επιβραδύνει προσωρινά την απώλεια υπόγειου νερού γύρω στη δεκαετία του 2060. Η διαδικασία αυτή λειτουργεί ως προσωρινό «μαξιλάρι», καθώς η μεγαλύτερη ποσότητα νερού που απελευθερώνεται από το χιόνι και τους παγετώνες μπορεί να ενισχύσει ορισμένα υδρολογικά συστήματα και να περιορίσει για ένα διάστημα την υποχώρηση των υπόγειων αποθεμάτων. Το φαινόμενο, όμως, δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Όσο μειώνονται τα αποθέματα πάγου που μπορούν να λιώσουν, μειώνεται και αυτή η πρόσθετη παροχή νερού. Οι προβολές της μελέτης δείχνουν ότι, εάν οι σημερινές πρακτικές χρήσης νερού συνεχιστούν, η υποχώρηση των υπόγειων αποθεμάτων μπορεί να επιταχυνθεί μετά την προσωρινή αυτή περίοδο. Οι γεωργικές περιοχές κατάντη των ορεινών συστημάτων είναι μεταξύ εκείνων που αναμένεται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερη πίεση.