Η χημική ανακύκλωση έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια ως μία από τις τεχνολογίες που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν πλαστικά απόβλητα τα οποία δεν είναι εύκολο να αξιοποιηθούν με τις συμβατικές μεθόδους ανακύκλωσης. Αντί να περιορίζεται στην επεξεργασία και επαναχρησιμοποίηση του ίδιου του πολυμερούς, η διαδικασία διασπά το πλαστικό σε χημικά συστατικά ή ενδιάμεσα προϊόντα, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νέου πλαστικού. Νέα έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξετάζει όμως ένα κρίσιμο ζήτημα για την ανάπτυξη αυτών των τεχνολογιών στην Ευρώπη, το κόστος τους σε σύγκριση με το συμβατικό, παρθένο πλαστικό.
Η έκθεση επικεντρώνεται κυρίως σε δύο τεχνολογικές προσεγγίσεις, την πυρόλυση και τη διαλυτοποίηση. Η πυρόλυση χρησιμοποιεί υψηλές θερμοκρασίες για να μετατρέψει τα πλαστικά απόβλητα σε προϊόντα όπως έλαια και αέρια, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να υποβληθούν σε περαιτέρω επεξεργασία. Η διαλυτοποίηση βασίζεται στη χρήση χημικών διεργασιών για τη διάσπαση συγκεκριμένων πολυμερών στα δομικά τους συστατικά. Με αυτόν τον τρόπο, το υλικό μπορεί θεωρητικά να επιστρέψει σε μορφή κατάλληλη για την παραγωγή νέων πλαστικών προϊόντων. Το βασικό οικονομικό πρόβλημα που καταγράφει το Κοινό Κέντρο Ερευνών είναι ότι το χημικά ανακυκλωμένο πλαστικό δεν έχει ακόμη φτάσει σε επίπεδο κόστους αντίστοιχο με εκείνο του παρθένου πλαστικού. Η διαφορά αυτή δεν αφορά μόνο μία συγκεκριμένη εγκατάσταση ή μία τεχνολογία, αλλά συνολικά την οικονομική βιωσιμότητα των συγκεκριμένων διαδικασιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έκθεση εξετάζει το κόστος παραγωγής σε διαφορετικές τεχνολογίες και επισημαίνει ότι οι υφιστάμενοι περιορισμοί στην ανάκτηση υλικών και στις ίδιες τις φυσικοχημικές διεργασίες συμβάλλουν στο υψηλότερο κόστος. Στην περίπτωση του PET, για παράδειγμα, εκτιμάται ότι το συνολικό κόστος παραγωγής χημικά ανακυκλωμένου υλικού ανέρχεται περίπου σε 2.150 ευρώ ανά τόνο, με εύρος αβεβαιότητας περίπου 500 ευρώ ανά τόνο. Το ποσό αυτό παραμένει υψηλότερο από το κόστος παραγωγής παρθένου υλικού, γεγονός που δυσκολεύει την ανταγωνιστικότητα της χημικής ανακύκλωσης όταν η τιμή είναι το βασικό κριτήριο επιλογής της πρώτης ύλης.
Ένας από τους λόγους είναι ότι η χημική ανακύκλωση απαιτεί περισσότερα στάδια επεξεργασίας. Η συλλογή, η προετοιμασία των αποβλήτων, η μετατροπή τους σε ενδιάμεσα χημικά προϊόντα και ο καθαρισμός τους αυξάνουν τις απαιτήσεις σε ενέργεια, εξοπλισμό και λειτουργικό κόστος. Παράλληλα, οι αποδόσεις ανάκτησης δεν είναι ίδιες με εκείνες που θα μπορούσε να υποδηλώνει θεωρητικά η πλήρης διάσπαση ενός πλαστικού υλικού. Οι περιορισμοί αυτοί επηρεάζουν άμεσα το κόστος ανά τόνο του τελικού ανακυκλωμένου υλικού.
Τι σημαίνει αυτό για την ευρωπαϊκή αγορά πλαστικών
Η οικονομική δυσκολία αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη θεσπίσει υποχρεωτικούς στόχους για το ανακυκλωμένο περιεχόμενο των πλαστικών συσκευασιών. Ο Κανονισμός για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας προβλέπει αυξανόμενες απαιτήσεις για τη χρήση ανακυκλωμένου πλαστικού, ενώ αντίστοιχες απαιτήσεις υπάρχουν ήδη για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων μέσω της νομοθεσίας για τα πλαστικά μίας χρήσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση δεν καταλήγει ότι η χημική ανακύκλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Αντίθετα, το Κοινό Κέντρο Ερευνών αναγνωρίζει ότι μπορεί να έχει σημαντικό ρόλο στην παροχή ανακυκλωμένου πλαστικού που απαιτείται για την επίτευξη των ευρωπαϊκών κανονιστικών στόχων, ακόμη και αν σήμερα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί οικονομικά το παρθένο πλαστικό. Η διαφορά κόστους επομένως δεν εξαφανίζει τη χρησιμότητα της τεχνολογίας, αλλά αποτελεί βασικό παράγοντα για τον τρόπο με τον οποίο θα αναπτυχθεί η αγορά.
Η χημική ανακύκλωση δεν προορίζεται επίσης να αντικαταστήσει τη μηχανική ανακύκλωση σε κάθε περίπτωση. Οι δύο προσεγγίσεις μπορούν να αφορούν διαφορετικά ρεύματα αποβλήτων. Η μηχανική ανακύκλωση παραμένει καταλληλότερη για πολλά καθαρά και καλά διαχωρισμένα πλαστικά, ενώ η χημική ανακύκλωση εξετάζεται περισσότερο για υλικά των οποίων η επεξεργασία με μηχανικές μεθόδους είναι δυσκολότερη ή οδηγεί σε υλικό χαμηλότερης ποιότητας. Το ζήτημα του κόστους δεν αναμένεται να λυθεί άμεσα μόνο μέσω της αύξησης της παραγωγικής κλίμακας. Η έκθεση εκτιμά ότι οι βελτιώσεις στην τεχνολογία και στην αποδοτικότητα μπορούν να περιορίσουν μέρος του κόστους, αλλά δεν αναμένεται να οδηγήσουν σε θεαματική μείωση στο άμεσο μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική απόσταση από το παρθένο πλαστικό παραμένει ένα από τα βασικά εμπόδια για την επέκταση των σχετικών μονάδων. Παράλληλα, η τιμή του παρθένου πλαστικού αποτελεί σημαντικό σημείο σύγκρισης. Η παραγωγή νέου πλαστικού βασίζεται σε ήδη εγκατεστημένες αλυσίδες παραγωγής και σε πρώτες ύλες ορυκτής προέλευσης, γεγονός που επιτρέπει σήμερα χαμηλότερο κόστος. Για τη χημική ανακύκλωση, η ανάγκη συλλογής και προετοιμασίας αποβλήτων και η ενεργειακή απαίτηση των διεργασιών δημιουργούν πρόσθετο κόστος σε σχέση με την παραγωγή νέου υλικού.