Η ξηρασία του 2026 δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα προσωρινό πρόβλημα που μπορούν οι εταιρείες τροφίμων να διαχειριστούν όταν εμφανιστεί. Η παρατεταμένη απουσία βροχοπτώσεων και οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν ήδη επηρεάσει σχεδόν το σύνολο των ευρωπαϊκών καλλιεργειών, με ιδιαίτερα σοβαρές απώλειες σε καλαμπόκι, ηλίανθο και άλλες θερινές καλλιέργειες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι αποδόσεις των θερινών καλλιεργειών στην Ευρώπη μπορεί να βρεθούν έως και 14% κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, ενώ σε ορισμένες περιοχές οι απώλειες είναι τόσο μεγάλες ώστε θεωρείται πιθανή ακόμη και η καταστροφή καλλιεργειών.
Για τη βιομηχανία τροφίμων, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ποσότητα των πρώτων υλών. Η ξηρασία μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα την απόδοση, την ποιότητα, τον χρόνο συγκομιδής και τη δυνατότητα αποθήκευσης μιας καλλιέργειας. Αυτό σημαίνει ότι μια εταιρεία μπορεί να βρει διαθέσιμη την πρώτη ύλη που χρειάζεται, αλλά σε μικρότερη ποσότητα, διαφορετική ποιότητα ή υψηλότερη τιμή. Η FoodNavigator επισημαίνει ότι η παγκόσμια αγροτική παραγωγικότητα είναι ήδη περίπου 21% χαμηλότερη από αυτή που θα μπορούσε να είναι χωρίς την επίδραση της κλιματικής αλλαγής, γεγονός που δείχνει πόσο βαθιά έχει αρχίσει να επηρεάζει η κλιματική μεταβολή το σύστημα τροφίμων.
Μία από τις βασικότερες αλλαγές που προτείνονται αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες αξιολογούν τις προμήθειές τους. Το να έχει μια επιχείρηση δεύτερο προμηθευτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει και δεύτερη πηγή πρώτης ύλης. Αν δύο προμηθευτές παίρνουν το ίδιο συστατικό από την ίδια περιοχή, μια μεγάλη ξηρασία μπορεί να πλήξει και τους δύο ταυτόχρονα. Για αυτό οι εταιρείες καλούνται να γνωρίζουν όχι μόνο από ποιον αγοράζουν, αλλά και από πού προέρχεται πραγματικά κάθε βασική πρώτη ύλη.
Η νέα προσέγγιση ξεκινά με την καταγραφή των συστατικών που είναι περισσότερο εκτεθειμένα στην έλλειψη νερού. Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να εξετάζουν τον τύπο της καλλιέργειας, την εξάρτησή της από άρδευση, το έδαφος, το διαθέσιμο νερό, το χρονικό σημείο της συγκομιδής και τη φάση ανάπτυξης κατά την οποία είναι περισσότερο ευάλωτη στην υδατική πίεση. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να εντοπίσουν έγκαιρα ποιες πρώτες ύλες κινδυνεύουν περισσότερο και να έχουν έτοιμες εναλλακτικές.
Στην πράξη αυτό μπορεί να σημαίνει προεπιλογή νέων προμηθευτών, συμφωνίες για εφεδρικές ποσότητες, νωρίτερα συμβόλαια με παραγωγούς και μεγαλύτερη ευελιξία στην αποθήκευση. Σε περίπτωση σοβαρής έλλειψης, οι εταιρείες μπορεί επίσης να χρειαστεί να τροποποιήσουν προσωρινά τη σύνθεση ορισμένων προϊόντων ή να αναζητήσουν υποκατάστατα συστατικών, ενημερώνοντας παράλληλα εγκαίρως τους πελάτες τους.
Δεν αρκεί να αλλάξει ο τόπος παραγωγής
Η μεταφορά των προμηθειών σε άλλη περιοχή φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως μια εύκολη λύση, όμως δεν είναι πάντα αποτελεσματική. Αν η νέα περιοχή αντιμετωπίζει τον ίδιο κλιματικό κίνδυνο, η διαφοροποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας προσφέρει ελάχιστη προστασία. Οι ειδικοί προτείνουν επομένως η διαφοροποίηση να γίνεται μεταξύ περιοχών που έχουν διαφορετική έκθεση στις καιρικές συνθήκες, ώστε μια ξηρασία σε μία περιοχή να μην προκαλεί ταυτόχρονα προβλήματα σε όλες τις πηγές προμήθειας.
Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι οι παραγωγοί χρειάζεται να προσαρμοστούν. Η έγκαιρη αλλαγή ημερομηνιών σποράς, η παρακολούθηση της υγρασίας του εδάφους, η καλύτερη διαχείριση της άρδευσης και η προσαρμογή του χρόνου συγκομιδής μπορούν να περιορίσουν μέρος των απωλειών. Σε μεγαλύτερο ορίζοντα, όμως, απαιτούνται καλλιέργειες πιο ανθεκτικές στην ξηρασία και τη ζέστη, καλύτερη συγκράτηση νερού στο έδαφος, αποδοτικότερη άρδευση και αλλαγές στις ποικιλίες και στις καλλιεργητικές πρακτικές.