Καμπανάκι κινδύνου από τους παραγωγούς για τις ετεροβαρείς εμπορικές συμφωνίες και το δυσβάσταχτο κόστος, που οδηγούν έναν ιστορικό κλάδο στην εξαφάνιση
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία ρυζιού εκπέμπει σήμα κινδύνου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, προειδοποιώντας ότι το μέλλον της καλλιέργειας στην ήπειρο είναι αβέβαιο εάν δεν αναθεωρηθούν άμεσα οι υφιστάμενες εμπορικές συμφωνίες. Ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δομική κατάρρευση που προκαλείται από τον συνδυασμό του υψηλού κόστους παραγωγής, των αυστηρών περιβαλλοντικών προτύπων και της ανεξέλεγκτης αύξησης των εισαγωγών από τρίτες χώρες. Οι επαγγελματικοί φορείς, όπως η Copa-Cogeca και η Ομοσπονδία Ευρωπαίων Μυλωνάδων Ρυζιού, επισημαίνουν ότι η παραγωγή καθίσταται πλέον οικονομικά μη βιώσιμη, καθώς οι Ευρωπαίοι παραγωγοί αδυνατούν να ανταγωνιστούν τα φθηνά προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά με μειωμένους ή μηδενικούς δασμούς, γεγονός που απειλεί με εξαφάνιση έναν παραδοσιακό τομέα της αγροδιατροφής.
Η ανισορροπία στην αγορά εντείνεται από το γεγονός ότι οι εισαγωγές έχουν φτάσει τα 1,7 εκατομμύρια τόνους, με ένα μεγάλο μέρος αυτών να ευνοείται από συμφωνίες που δεν λαμβάνουν υπόψη τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς. Ενώ οι Ευρωπαίοι αγρότες καλούνται να συμμορφωθούν με τις πιο απαιτητικές κανονιστικές απαιτήσεις παγκοσμίως, οι εισαγωγές από χώρες εκτός ΕΕ δεν υπόκεινται στους ίδιους αυστηρούς ελέγχους ασφάλειας τροφίμων και περιβαλλοντικής προστασίας. Ως αντίδραση στις πιέσεις αυτές, πολλοί παραγωγοί στρέφονται στην καλλιέργεια ποικιλιών Japonica που θεωρούνται πιο σταθερές, ωστόσο η μαζική αυτή μετατόπιση ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερπροσφορά και σε αυτό το τμήμα της αγοράς, αποσταθεροποιώντας περαιτέρω τον κλάδο.
Οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας ζητούν την αναθεώρηση του Κοινού Δασμολογίου και την ενεργοποίηση πιο αποτελεσματικών μηχανισμών προστασίας που θα ανταποκρίνονται ταχύτερα στις απότομες αυξήσεις των εισαγωγών. Η διατήρηση μιας βιώσιμης παραγωγής ρυζιού στην Ευρώπη θεωρείται ζωτικής σημασίας όχι μόνο για την επισιτιστική ασφάλεια, αλλά και για την οικονομική και εδαφική ισορροπία πολλών περιφερειών, καθώς στηρίζει την απασχόληση και τη διαχείριση του περιβάλλοντος σε αγροτικές περιοχές. Η βιομηχανία απαιτεί την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας ανταποδοτικότητας στο διεθνές εμπόριο, ώστε να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού και να προστατευθεί η προστιθέμενη αξία που παράγεται εντός της ευρωπαϊκής αλυσίδας τροφίμων.
Παράλληλα, η κρίση στον ευρωπαϊκό τομέα ρυζιού εξελίσσεται μέσα σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας αστάθειας, το οποίο επιδεινώνεται από τις γεωπολιτικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Οι διεθνείς τιμές και η διαθεσιμότητα επηρεάζονται άμεσα από τη μείωση των εξαγωγών από την Ινδία, η οποία αποτελεί τον κυρίαρχο παγκόσμιο παίκτη, λόγω των δυσκολιών στις μεταφορές και της εκτόξευσης του κόστους ασφάλισης και ναύλων. Αυτή η παγκόσμια αναταραχή, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα στις παραδοσιακές αγορές της Ασίας, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για μια ισχυρή ευρωπαϊκή πολιτική που θα θωρακίσει την εγχώρια παραγωγή και θα διασφαλίσει τη σταθερότητα της αγοράς απέναντι σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.