Πλαστικά, σύνθετα υλικά και χημικές ουσίες υπό αυστηρότερο έλεγχο με φόντο την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού κανονισμού 1935/2004 και το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής του
Η αναθεώρηση του κανονισμού για τα υλικά σε επαφή με τρόφιμα αποτελεί πλέον δεδομένη εξέλιξη εντός του 2026. Ο ισχύων κανονισμός 1935/2004, παρότι θέτει γενικές απαιτήσεις ασφάλειας, έχει αναγνωριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως ανεπαρκής για τις σημερινές συνθήκες παραγωγής, κατανάλωσης και περιβαλλοντικής πίεσης. Ήδη από το 2016, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επισημάνει ότι η συμβολή των υλικών σε επαφή με τρόφιμα στη μόλυνση των τροφίμων και η πραγματική ανθρώπινη έκθεση σε χημικές ουσίες υποτιμώνται συστηματικά. Η DG SANTE, με τον οδικό χάρτη του 2020 και τη δημόσια διαβούλευση του 2022, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το υφιστάμενο σύστημα αξιολόγησης ουσιών, η ροή πληροφόρησης στην εφοδιαστική αλυσίδα και η συνοχή με νεότερη νομοθεσία, όπως ο κανονισμός για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα του 2025, δεν επαρκούν.
Οι μελέτες που ακολούθησαν, με αποκορύφωμα εκείνη για τη βιωσιμότητα των υλικών σε επαφή με τρόφιμα που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2025, κατέγραψαν συγκεκριμένα προβλήματα. Η εκτεταμένη χρήση πλαστικών και συνθετικών υλικών συνδέεται με ανθρώπινη έκθεση σε χημικές ουσίες και με πλαστική ρύπανση. Τα πολυστρωματικά υλικά δεν ανακυκλώνονται στην πράξη και εμποδίζουν την κυκλική οικονομία. Η πλειονότητα των υλικών σχεδιάζεται χωρίς πρόβλεψη ανακύκλωσης ή επαναχρησιμοποίησης και βασίζεται σε παρθένες πρώτες ύλες. Η χρήση υλικών μίας χρήσης υπερτερεί συντριπτικά της επαναχρησιμοποίησης, ενώ πολλές από τις χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται χαρακτηρίζονται διάχυτες, με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.
Η αναθεώρηση του κανονισμού αναμένεται να στοχεύσει συγκεκριμένες κατηγορίες υλικών και ουσιών. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα πλαστικά υλικά σε επαφή με τρόφιμα, καθώς και τα χημικά πρόσθετα που περιέχουν, όπως πλαστικοποιητές, σταθεροποιητές, μελάνια εκτύπωσης, κόλλες και επιστρώσεις. Η μέχρι σήμερα προσέγγιση της απλής λίστας εγκεκριμένων ουσιών θεωρείται ανεπαρκής και προβλέπεται μετάβαση σε αυστηρότερη ιεράρχηση επικινδυνότητας και αξιολόγηση της συνολικής έκθεσης του καταναλωτή. Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στις λεγόμενες διάχυτες χημικές ουσίες, όπως ορισμένες φθοριωμένες ενώσεις, φαινόλες και δισφαινόλες, των οποίων η ευρεία χρήση και ανθεκτικότητα στο περιβάλλον τις καθιστούν μακροχρόνια απειλή.
Ιδιαίτερη πίεση αναμένεται και στα πολυστρωματικά και σύνθετα υλικά συσκευασίας, τα οποία αναγνωρίζονται ως βασικό εμπόδιο στην ανακύκλωση. Ο νέος κανονισμός αναμένεται να ενσωματώσει υποχρεωτικές απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, με στόχο τον περιορισμό υλικών που δεν μπορούν να ανακυκλωθούν ή να επαναχρησιμοποιηθούν με ασφάλεια. Αντίστοιχα, τα υλικά μίας χρήσης προβλέπεται να περιοριστούν περαιτέρω, με έμφαση στην ανάπτυξη και αυστηρή ρύθμιση επαναχρησιμοποιούμενων υλικών, τα οποία θα πρέπει να πληρούν αυξημένα κριτήρια αντοχής, καθαρισμού και υγειονομικής ασφάλειας.
Η αλλαγή δεν θα αφορά μόνο το τι επιτρέπεται να χρησιμοποιείται, αλλά και τον τρόπο ελέγχου. Η προτεινόμενη μετατόπιση της έμφασης από τη μεμονωμένη ουσία στο τελικό υλικό σημαίνει αυστηρότερους ελέγχους μετανάστευσης ουσιών, αξιολόγηση πραγματικών συνθηκών χρήσης και υποχρέωση απόδειξης ότι ένα υλικό ή μια χημική ουσία είναι πράγματι αναγκαία για τη λειτουργία του προϊόντος. Παράλληλα, προβλέπεται η εισαγωγή μετρήσιμων στόχων βιωσιμότητας για τη μείωση της ρύπανσης, της χρήσης πόρων και της χημικής επικινδυνότητας.
Ως προς το χρονοδιάγραμμα, παρότι δεν έχει ανακοινωθεί επίσημη ημερομηνία, τα δεδομένα δείχνουν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι σε θέση να παρουσιάσει νομοθετική πρόταση εντός του 2026. Η διαδικασία διαπραγμάτευσης αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το 2027, με την υιοθέτηση νέου ή αναθεωρημένου κανονισμού. Η εφαρμογή θα ακολουθήσει με μεταβατικές περιόδους που εκτιμάται ότι θα εκτείνονται από το 2028 έως το 2030, ανάλογα με το είδος του υλικού και τις απαιτήσεις συμμόρφωσης. Παράλληλα, η πρακτική προσαρμογή της αγοράς έχει ήδη ξεκινήσει μέσω αυστηρότερων ελέγχων, περιορισμών συγκεκριμένων ουσιών και εφαρμογής συναφούς νομοθεσίας, γεγονός που καθιστά τη μετάβαση σε νέο πλαίσιο όχι μελλοντική αλλά ήδη εξελισσόμενη πραγματικότητα.