Βιολογική έναντι συμβατικής μελισσοκομίας – Πώς οι μέθοδοι παραγωγής καθορίζουν τη θρεπτική αξία του μελιού
Ως βιολογικό μέλι ορίζεται το προϊόν που παράγεται υπό αυστηρές προδιαγραφές οι οποίες διασφαλίζουν τη φυσικότητα της διαδικασίας αλλά και την προστασία του περιβάλλοντος. Η διαφοροποίηση ξεκινά από την επιλογή των περιοχών συλλογής οι οποίες πρέπει να είναι απαλλαγμένες από χημική ρύπανση και φυτοφάρμακα ώστε οι μέλισσες να τρέφονται αποκλειστικά από καθαρές πηγές νέκταρος. Στο πλαίσιο αυτό απαγορεύεται η χρήση χημικών ουσιών και αντιβιοτικών για τη θεραπεία των μελισσών ενώ αποκλείεται η συμπληρωματική διατροφή τους με ζάχαρη που αποτελεί συνήθη πρακτική στη συμβατική μελισσοκομία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τεράστια ανάκληση 17 χιλιάδων τόνων ζυμαρικών και γευμάτων από μεγάλα σουπερμάρκετ – Η παταγώδης αποτυχία στον έλεγχο προμηθευτών
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πρόστιμο σε Lidl στον Ταύρο για παραπλάνηση
Επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Journal of Food Composition and Analysis φέρνει στο φως νέα δεδομένα σχετικά με τη σύγκριση μεταξύ βιολογικής και συμβατικής μελισσοκομίας. Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των θρεπτικών συστατικών και της περιεκτικότητας σε μέταλλα εξετάζοντας πώς οι διαφορετικές μέθοδοι διαχείρισης επηρεάζουν το τελικό προϊόν που φτάνει στον καταναλωτή.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ευρωπαϊκός συναγερμός για τα τοξικά PFAS στο νερό – Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Στη συγκεκριμένη μελέτη αναλύθηκαν συνολικά 33 δείγματα μελιού. Τα δείγματα αυτά συλλέχθηκαν από έξι μελισσοκόμους σε τέσσερις διαφορετικές περιφέρειες της Ιταλίας: την Εμίλια-Ρομάνια (18 δείγματα), το Βένετο (5 δείγματα), το Αμπρούτσο (6 δείγματα) και το Φρίουλι-Βενέτσια Τζούλια (4 δείγματα). Από το σύνολο των δειγμάτων, τα 7 προέρχονταν από βιολογική μελισσοκομία και τα 26 από συμβατική. Επίσης, η ταξινόμηση περιελάμβανε 17 δείγματα πολυανθικού μελιού και 16 δείγματα μονοανθικού μελιού
Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι το βιολογικό μέλι διαθέτει ορισμένα διακριτά ποιοτικά χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν από το συμβατικό. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι τα δείγματα βιολογικής παραγωγής περιέχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις βιοδραστικών ενώσεων οι οποίες συμβάλλουν στην ενίσχυση των ευεργετικών ιδιοτήτων του μελιού για τον ανθρώπινο οργανισμό. Η απουσία χημικών επεμβάσεων και η χρήση φυσικών μεθόδων στις βιολογικές κυψέλες φαίνεται να ευνοεί τη διατήρηση αυτών των ουσιών σε υψηλότερα επίπεδα.
Στον τομέα των μετάλλων και των ιχνοστοιχείων παρατηρήθηκαν επίσης σημαντικές αποκλίσεις. Το βιολογικό μέλι παρουσίασε αυξημένα επίπεδα σε στοιχεία όπως το αλουμίνιο το βάριο και το πυρίτιο. Αντίθετα το συμβατικό μέλι εμφάνισε μεγαλύτερη συγκέντρωση σε σίδηρο και τιτάνιο γεγονός που αποδεικνύει ότι οι μελισσοκομικές πρακτικές επιδρούν άμεσα στη μεταλλική σύνθεση του προϊόντος.
Παρά τις διαφορές αυτές οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η θρεπτική αξία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τον τρόπο εκτροφής των μελισσών. Η βοτανική προέλευση του μελιού δηλαδή τα είδη των φυτών από τα οποία συλλέχθηκε η γύρη παραμένει ο κυρίαρχος παράγοντας που ορίζει το προφίλ των αντιοξειδωτικών και των φαινολικών ενώσεων. Το μέλι από μελίτωμα για παράδειγμα αποδείχθηκε συνολικά πιο πλούσιο σε αντιοξειδωτικά ανεξάρτητα από το αν παρήχθη με βιολογικές ή συμβατικές μεθόδους.
Η μελέτη καταλήγει στο ότι η επιλογή του βιολογικού μελιού προσφέρει ένα πλεονέκτημα όσον αφορά την παρουσία συγκεκριμένων φυτοχημικών ουσιών και την αποφυγή υπολειμμάτων από συνθετικά σκευάσματα. Η βιολογική προσέγγιση προάγει την ποιότητα μέσω της φυσικής διαχείρισης του μελισσιού ενισχύοντας τα διατροφικά οφέλη που προσφέρει αυτή η τροφή στον άνθρωπο.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0889157526002000