Μια νέα συνδυαστική τεχνολογία μειώνει έως 66% τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων και παρατείνει τη φρεσκάδα τους κατά αρκετές ημέρες
Οι ντομάτες και ιδιαίτερα τα ντοματίνια είναι από τα πιο δημοφιλή φρέσκα προϊόντα παγκοσμίως, κυρίως λόγω της γεύσης τους και της υψηλής διατροφικής τους αξίας. Παράλληλα όμως έχουν ένα βασικό μειονέκτημα: χαλάνε εύκολα. Η λεπτή φλούδα τους και η πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε νερό –πάνω από 90%– τα κάνουν εξαιρετικά ευάλωτα σε μικροβιακή αλλοίωση και γρήγορη απώλεια ποιότητας μετά τη συγκομιδή. Αυτό μεταφράζεται σε απώλειες για την αγορά και σε προϊόν με μειωμένη φρεσκάδα για τον καταναλωτή.
Στο πρόβλημα αυτό προστίθενται και τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων. Ουσίες όπως το chlorpyrifos χρησιμοποιούνται ευρέως για την προστασία της καλλιέργειας, αλλά συχνά παραμένουν πάνω στον καρπό. Αυτό δημιουργεί ανησυχίες για την ασφάλεια των τροφίμων και την υγεία των καταναλωτών. Οι υπάρχουσες μέθοδοι απομάκρυνσης αυτών των υπολειμμάτων δεν είναι ιδανικές. Οι φυσικές και χημικές τεχνικές συχνά δεν αποικοδομούν πλήρως τις ουσίες ή δημιουργούν ανεπιθύμητα παραπροϊόντα, ενώ οι βιολογικές λύσεις δεν έχουν πάντα την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα και κλίμακα εφαρμογής. Ακόμη και πιο σύγχρονες τεχνολογίες, όπως το ψυχρό πλάσμα ή οι βρώσιμες επικαλύψεις, έχουν περιορισμούς όταν χρησιμοποιούνται μεμονωμένα.
Μια πρόσφατη επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Food Materials Research προτείνει μια πιο ολοκληρωμένη λύση. Οι ερευνητές συνδύασαν δύο τεχνολογίες: μια βρώσιμη επίστρωση βασισμένη σε αλγινικό νάτριο ενισχυμένη με νανοσωματίδια διοξειδίου του τιτανίου και μια επεξεργασία με πλάσμα DBD. Οι δύο τεχνολογίες δουλεύουν μαζί και ενισχύουν η μία την άλλη σύμφωνα με τους ερευνητές.
Στην πράξη, τα ντοματίνια καλύπτονται πρώτα με μια λεπτή βρώσιμη μεμβράνη και στη συνέχεια εκτίθενται σε πλάσμα για λίγα λεπτά. Η μεμβράνη λειτουργεί σαν φράγμα που περιορίζει την απώλεια υγρασίας και επιβραδύνει την ωρίμανση, ενώ το πλάσμα δημιουργεί δραστικά μόρια που καταστρέφουν μικροοργανισμούς και διασπούν τα φυτοφάρμακα. Επιπλέον, η υπεριώδης ακτινοβολία που παράγεται από το πλάσμα ενεργοποιεί τα νανοσωματίδια της επίστρωσης, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη διάσπαση των υπολειμμάτων.
Η συνδυασμένη εφαρμογή μείωσε σημαντικά το μικροβιακό φορτίο και καθυστέρησε την εμφάνιση σήψης. Η διάρκεια ζωής των ντοματινιών αυξήθηκε πάνω από τέσσερις ημέρες σε σχέση με τα μη επεξεργασμένα δείγματα, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για την εφοδιαστική αλυσίδα και το λιανεμπόριο. Παράλληλα, διατηρήθηκαν καλύτερα βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά όπως η σκληρότητα και η υγρασία, που σχετίζονται άμεσα με τη φρεσκάδα.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι το θέμα της ασφάλειας. Η αποικοδόμηση του chlorpyrifos έφτασε περίπου το 66%, ποσοστό σαφώς υψηλότερο από αυτό που επιτυγχάνεται με κάθε μέθοδο ξεχωριστά και τα τελικά επίπεδα υπολειμμάτων έπεσαν κάτω από τα θεσμοθετημένα όρια, γεγονός που δείχνει ότι η τεχνολογία μπορεί να μειώσει ουσιαστικά τον κίνδυνο για τον καταναλωτή.
Πρόκειται για μια πρακτική λύση που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δύο βασικά προβλήματα των φρέσκων προϊόντων: τη γρήγορη αλλοίωση και τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων. Δεν βασίζεται σε χημικά συντηρητικά και μπορεί να ενταχθεί σε πιο βιώσιμα μοντέλα παραγωγής και διανομής τροφίμων. Αν καταφέρει να εφαρμοστεί σε βιομηχανική κλίμακα, μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο συντηρούμε και καταναλώνουμε ευπαθή προϊόντα όπως τα ντοματίνια.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://doi.org/10.48130/fmr-0026-0001