Απλές και επιστημονικά τεκμηριωμένες τεχνικές δείχνουν πώς η σωστή στάση του κεφαλιού, το νερό και μικρά «κόλπα» μπορούν να κάνουν την κατάποση των χαπιών πολύ πιο εύκολη.
Για εκατομμύρια ανθρώπους, η κατάποση ενός χαπιού αποτελεί καθημερινή ρουτίνα. Ωστόσο, για πολλούς δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Το αίσθημα ότι «αυτό το χάπι δεν κατεβαίνει με τίποτα» δεν οφείλεται πάντα στο μέγεθος ή τη γεύση του φαρμάκου, αλλά συχνά σε λανθασμένες τεχνικές κατάποσης και σε ψυχολογικούς φραγμούς. Σύμφωνα με διεθνή στοιχεία, έως και το ένα τρίτο των ανθρώπων αντιμετωπίζει δυσκολία στην κατάποση χαπιών, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στη μη τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής.
Η πιο διαδεδομένη πρακτική είναι να τοποθετείται το χάπι στη γλώσσα, να παίρνουμε μια γουλιά νερό και να γέρνουμε το κεφάλι προς τα πίσω. Όπως επισημαίνουν όμως φαρμακοποιοί και ειδικοί, αυτή η κίνηση μπορεί να δυσκολέψει την κατάποση, καθώς στενεύει τον οισοφάγο. Αντίθετα, η ελαφριά κλίση του κεφαλιού προς τα εμπρός, με το πηγούνι να πλησιάζει το στήθος, βοηθά το χάπι να γλιστρήσει πιο εύκολα προς τον λαιμό, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κάψουλες που τείνουν να επιπλέουν.
Μια εναλλακτική τεχνική που έχει μελετηθεί επιστημονικά είναι το χάπι τοποθετείται στη γλώσσα και ο ασθενής να πίνει νερό απευθείας από μια μαλακή πλαστική φιάλη, κλείνοντας καλά τα χείλη γύρω από το στόμιο και ρουφώντας το νερό. Με αυτόν τον τρόπο, το χάπι ακολουθεί φυσικά τη ροή του υγρού και οδηγείται στον οισοφάγο χωρίς να κολλήσει.
Σε περιπτώσεις όπου η κατάποση εξακολουθεί να είναι δύσκολη, μπορούν να βοηθήσουν πιο παχύρρευστα υγρά ή τροφές, όπως το μήλο πολτοποιημένο, πάντα όμως αφού επιβεβαιωθεί ότι το συγκεκριμένο φάρμακο μπορεί να λαμβάνεται μαζί με τροφή. Υπάρχουν επίσης ειδικά προϊόντα κατάποσης που επικαλύπτουν το χάπι με μια λεπτή γέλη, μειώνοντας την τριβή και καλύπτοντας την πικρή γεύση.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι το σπάσιμο ή το λιώσιμο των χαπιών δεν είναι πάντα ασφαλές. Ορισμένα φάρμακα, όπως οι λεγόμενες παρατεταμένης αποδέσμευσης ή «retard», έχουν σχεδιαστεί ώστε να απελευθερώνουν σταδιακά τη δραστική ουσία. Αν καταστραφεί η δομή τους, υπάρχει κίνδυνος υπερδοσολογίας ή έντονων παρενεργειών. Ακόμη και χάπια με εγκοπή δεν πρέπει να κόβονται αυτόματα, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις η εγκοπή είναι απλώς διακριτικό στοιχείο και όχι ένδειξη ότι επιτρέπεται η διαίρεση.
Τέλος, η λήψη των χαπιών με επαρκή ποσότητα νερού είναι απαραίτητη. Η ανεπαρκής ενυδάτωση μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του οισοφάγου ή να αφήσει το χάπι «κολλημένο», δημιουργώντας έντονη δυσφορία. Όταν η δυσκολία επιμένει, η συμβουλή φαρμακοποιού ή γιατρού είναι καθοριστική, καθώς πολλές δραστικές ουσίες διατίθενται και σε άλλες μορφές, όπως υγρά ή αναβράζοντα σκευάσματα, που διευκολύνουν σημαντικά τη λήψη τους.