Η νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων καταγράφει σημαντική αύξηση ανθεκτικών στελεχών Klebsiella pneumoniae και Escherichia coli σε 21 χώρες
Προκαταρκτική έκθεση του ECDC για το 2026 αποκαλύπτει ανησυχητική μεταβολή στους μηχανισμούς άμυνας των βακτηρίων Klebsiella και E. coli που απειλεί τη δημόσια υγεία Νέα δεδομένα για την εξέλιξη της μικροβιακής αντοχής στην Ευρώπη φέρνει στο φως προκαταρκτική έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC). Η μελέτη βασίζεται στα πρώτα στοιχεία της πανευρωπαϊκής καταγραφής ανθεκτικών εντεροβακτηριακών για το 2025 και αποκαλύπτει μια σημαντική ανατροπή στον τρόπο με τον οποίο τα κοινά αλλά επικίνδυνα μικρόβια αναπτύσσουν άμυνες απέναντι στα ισχυρότερα διαθέσιμα αντιβιοτικά.
Στο επίκεντρο της επιστημονικής ανησυχίας βρίσκεται η αλλαγή των γονιδίων που παράγουν οι εξεταζόμενοι οργανισμοί για να εξουδετερώνουν τις καρβαπενέμες, μια κατηγορία αντιβιοτικών που χρησιμοποιείται ως έσχατη λύση στα νοσοκομεία. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το βακτήριο Klebsiella pneumoniae, το οποίο ευθύνεται συχνά για σοβαρές νοσοκομειακές λοιμώξεις, εμφανίζει πλέον σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό το γονίδιο NDM. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των ανθεκτικών δειγμάτων με το συγκεκριμένο γονίδιο εκτινάχθηκε στο 50% το 2025, από μόλις 20% που είχε καταγραφεί στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή έρευνα του 2019. Αντίθετα, η παρουσία ενός άλλου κοινού αμυντικού μηχανισμού, του γονιδίου KPC, υποχώρησε στο μισό.
Η μεταβολή αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό στην ιατρική κοινότητα, καθώς τα περισσότερα από τα νεότερα αντιβιοτικά που σχεδιάστηκαν τα τελευταία χρόνια για την καταπολέμηση αυτών των λοιμώξεων δεν έχουν καμία δραστικότητα έναντι των μικροβίων που φέρουν το γονίδιο NDM. Αυτό περιορίζει δραματικά τις θεραπευτικές επιλογές των γιατρών, αφήνοντας ελάχιστα διαθέσιμα φάρμακα, έναντι των οποίων μάλιστα έχουν ήδη αρχίσει να περιγράφονται οι πρώτες αντιστάσεις. Η εξάπλωση αυτή τροφοδοτείται τόσο από την κυκλοφορία γνωστών στελεχών υψηλού κινδύνου όσο και από την εμφάνιση νέων γενετικών γραμμών που αποκτούν αυτόν τον ανθεκτικό χαρακτήρα.
Παράλληλα, η έκθεση του ECDC καταγράφει ανησυχητικές τάσεις και σε ένα άλλο πολύ κοινό μικρόβιο, το Escherichia coli (E. coli). Στην περίπτωση αυτή, παρατηρείται σημαντική αύξηση μιας άλλης οικογένειας γονιδίων αντοχής, των OXA-48-like, με κυρίαρχη τη μορφή OXA-244, η οποία εντοπίστηκε στο 68% των σχετικών δειγμάτων του 2025, έναντι 21% το 2019. Το συγκεκριμένο στέλεχος παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα που δυσκολεύει την αντιμετώπισή του: η αντοχή που προκαλεί στα αντιβιοτικά είναι αρχικά ήπια, με αποτέλεσμα να μην ανιχνεύεται εύκολα από τις κλασικές εργαστηριακές εξετάσεις ρουτίνας.
Αυτή η χαμηλή ορατότητα αυξάνει την πιθανότητα να μεταδίδεται το μικρόβιο χωρίς να γίνεται αντιληπτό, όχι μόνο μέσα στα νοσοκομεία αλλά και στην καθημερινή κοινότητα. Τα στελέχη του E. coli μπορούν να επιβιώσουν σε διάφορα περιβάλλοντα, όπως στα ζώα συντροφιάς, στα παραγωγικά ζώα και στα τρόφιμα, και μεταδίδονται εύκολα μέσω της τροφής ή της στενής επαφής. Αν και από μόνο του το γονίδιο αυτό προκαλεί μειωμένη ευαισθησία, όταν συνδυαστεί με άλλους μηχανισμούς άμυνας του μικροβίου μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποτυχία της θεραπείας. Για τον λόγο αυτό, οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές συνιστούν στους κλινικούς γιατρούς να αποφεύγουν τη χρήση καρβαπενεμών όταν εντοπίζονται τέτοιοι οργανισμοί, ακόμη και αν οι εργαστηριακές δοκιμές δείχνουν αρχικά ότι το φάρμακο θα μπορούσε να λειτουργήσει.
Τα δεδομένα της έρευνας συγκεντρώθηκαν από δείγματα που ελήφθησαν το τελευταίο τρίμηνο του 2025 σε 21 ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, και η σύγκριση έγινε με σταθερά κριτήρια αξιολόγησης. Προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση αυτών των ανθεκτικών μικροβίων και να προστατευθεί η δημόσια υγεία, το ECDC τονίζει την ανάγκη για άμεση ενίσχυση των μέτρων ελέγχου. Οι συστάσεις περιλαμβάνουν την καλύτερη εθνική Phased οργάνωση και υποστήριξη των νοσοκομείων, την εφαρμογή αυστηρότερων πρωτοκόλλων πρόληψης λοιμώξεων, την ορθολογικότερη χρήση των αντιβιοτικών, καθώς και την ενίσχυση των εργαστηρίων με σύγχρονες μεθόδους γενετικής επιτήρησης για τον γρήγορο εντοπισμό των επικίνδυνων στελεχών.