Τα μικροπλαστικά έχουν εντοπιστεί πλέον στον αέρα, στο νερό, στα τρόφιμα και ακόμη και στον ανθρώπινο οργανισμό, όμως πολλά ερωτήματα σχετικά με τις επιπτώσεις τους στην υγεία παραμένουν αναπάντητα. Σε νέα έκθεσή του, το Government Accountability Office (GAO), ο ανεξάρτητος ελεγκτικός οργανισμός του Κογκρέσου των ΗΠΑ, εξετάζει τις διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις και επισημαίνει ότι η έλλειψη τυποποιημένων μεθόδων και επαρκών δεδομένων δυσκολεύει τόσο την αξιολόγηση των κινδύνων όσο και τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων πολιτικής.
Η έκθεση συγκεντρώνει τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα για τις πηγές μικροπλαστικών, τις οδούς έκθεσης του ανθρώπου και τις κυριότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ρυθμιστικές αρχές. Όπως επισημαίνεται, τα μικροπλαστικά δεν αποτελούν έναν ενιαίο τύπο υλικού, αλλά μια μεγάλη ομάδα σωματιδίων που διαφέρουν σε μέγεθος, σχήμα, χημική σύσταση και πρόσθετες ουσίες, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αξιολόγηση των επιδράσεών τους.
Από πού προέρχονται τα μικροπλαστικά
Σύμφωνα με την έκθεση, τα μικροπλαστικά προέρχονται είτε από τη διάσπαση μεγαλύτερων πλαστικών αντικειμένων είτε παράγονται εξαρχής σε πολύ μικρό μέγεθος για συγκεκριμένες εφαρμογές. Στο περιβάλλον καταλήγουν από πολλές διαφορετικές πηγές, όπως η φθορά ελαστικών οχημάτων, τα συνθετικά υφάσματα κατά το πλύσιμο, οι πλαστικές συσκευασίες, τα χρώματα, τα βιομηχανικά προϊόντα και η αποδόμηση απορριμμάτων. Η ανθρώπινη έκθεση πραγματοποιείται κυρίως μέσω της κατανάλωσης τροφίμων και νερού, αλλά και μέσω της εισπνοής σωματιδίων που αιωρούνται στον αέρα. Μικροπλαστικά έχουν ανιχνευθεί σε εμφιαλωμένο και πόσιμο νερό, θαλασσινά, αλάτι, φρούτα, λαχανικά και άλλα τρόφιμα, ενώ έρευνες έχουν δείξει ότι πλαστικές συσκευασίες και δοχεία τροφίμων μπορούν επίσης να απελευθερώνουν μικροπλαστικά και νανοπλαστικά κατά την κανονική χρήση τους.
Τι γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τις επιπτώσεις στην υγεία
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή επιστημονικά στοιχεία για να καθοριστεί με βεβαιότητα ο βαθμός κινδύνου για τον άνθρωπο. Εργαστηριακές μελέτες σε κύτταρα και πειραματόζωα έχουν δείξει ότι ορισμένα μικροπλαστικά μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή, οξειδωτικό στρες ή άλλες βιολογικές επιδράσεις, όμως τα διαθέσιμα δεδομένα για πραγματικές συνθήκες έκθεσης στους ανθρώπους παραμένουν περιορισμένα. Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι ότι οι επιστήμονες δεν διαθέτουν ακόμη κοινά πρότυπα για τη μέτρηση των μικροπλαστικών στο περιβάλλον, στα τρόφιμα και στους ανθρώπινους ιστούς. Αυτό σημαίνει ότι πολλές μελέτες χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους, γεγονός που δυσκολεύει τη σύγκριση των αποτελεσμάτων και την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
Παράλληλα, δεν είναι πάντα σαφές αν οι πιθανές επιπτώσεις οφείλονται στα ίδια τα πλαστικά σωματίδια ή στις χημικές ουσίες που περιέχουν ή απορροφούν από το περιβάλλον.
Το GAO επισημαίνει ότι η απουσία ενιαίων επιστημονικών προτύπων αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τη χάραξη πολιτικής. Χωρίς αξιόπιστα και συγκρίσιμα δεδομένα είναι δύσκολο να καθοριστούν όρια ασφαλούς έκθεσης ή να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα πιθανών μέτρων περιορισμού. Η έκθεση προτείνει την ενίσχυση της έρευνας, την ανάπτυξη κοινών μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης, καθώς και καλύτερο συντονισμό μεταξύ επιστημονικών ιδρυμάτων και κρατικών φορέων. Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις πραγματικές πηγές έκθεσης του πληθυσμού και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.