Νέα ανασκόπηση καταγράφει αυξημένους κινδύνους και ζητεί άμεση πολιτική δράση
Διεθνείς εμπειρογνώμονες προειδοποιούν ότι απαιτείται άμεση δράση για τη μείωση των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων (UPF) στις παγκόσμιες δίαιτες, λόγω της απειλής που συνιστούν για την υγεία. Η νέα παγκόσμια ανασκόπηση επισημαίνει ότι ο τρόπος διατροφής αλλάζει με ταχύ ρυθμό, καθώς τα φρέσκα και ολόκληρα τρόφιμα υποχωρούν μπροστά σε φθηνά και ιδιαίτερα επεξεργασμένα γεύματα. Η στροφή αυτή συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο χρόνιων παθήσεων, από την παχυσαρκία έως την κατάθλιψη.
Στο The Lancet, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να εντείνουν τις πολιτικές τους, εισάγοντας προειδοποιήσεις και υψηλότερους φόρους στα UPF ώστε να χρηματοδοτηθεί η πρόσβαση σε πιο θρεπτικές επιλογές. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι αν και δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς αποδείξεις άμεσης αιτιώδους σχέσης, η συγκέντρωση των στοιχείων είναι αρκετή για να δικαιολογήσει επείγοντα μέτρα.
Η ταξινόμηση Nova διακρίνει τα τρόφιμα σε τέσσερις κατηγορίες, από τα ελάχιστα επεξεργασμένα έως τα υπερεπεξεργασμένα που περιλαμβάνουν περισσότερα από πέντε συστατικά μη κοινά σε μια οικιακή κουζίνα. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα είναι τα λουκάνικα, τα πατατάκια, τα μπισκότα, τα έτοιμα γεύματα και τα ανθρακούχα ποτά. Η παγκόσμια κατανάλωσή τους αυξάνεται συνεχώς, επιβαρύνοντας τις δίαιτες με υψηλά ποσοστά ζάχαρης και ανθυγιεινών λιπών, ενώ στερεί πολύτιμες φυτικές ίνες και πρωτεΐνες.
Η ανασκόπηση, βασισμένη σε 104 μακροχρόνιες μελέτες και την εργασία 43 ειδικών, δείχνει συσχέτιση των UPF με αυξημένο κίνδυνο για δώδεκα παθήσεις, ανάμεσά τους ο διαβήτης τύπου 2, οι καρδιαγγειακές και νεφρικές νόσοι, η κατάθλιψη και η πρόωρη θνησιμότητα. Ο επικεφαλής της μελέτης Carlos Monteiro από το Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο υπογραμμίζει ότι η παγκόσμια διατροφή αναδιαμορφώνεται από εταιρείες που δίνουν προτεραιότητα σε αυτά τα προϊόντα, υποβοηθούμενες από έντονο μάρκετινγκ και πολιτικό λόμπινγκ που συχνά εμποδίζει μέτρα δημόσιας υγείας.
Ο Phillip Baker από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ τονίζει ότι χρειάζεται μια ισχυρή διεθνής απάντηση, αντίστοιχη με τις προσπάθειες κατά της καπνοβιομηχανίας. Παράλληλα, η ανασκόπηση παραδέχεται την έλλειψη κλινικών δοκιμών που θα αποδείκνυαν τον μηχανισμό μέσω του οποίου τα UPF βλάπτουν την υγεία, αλλά σημειώνει ότι η έλλειψη βεβαιότητας δεν πρέπει να ανακόψει την πολιτική δράση.
Κάποιοι ειδικοί επισημαίνουν ότι είναι δύσκολο να απομονωθεί ο ρόλος των UPF από άλλους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Επικριτές της ταξινόμησης Nova υποστηρίζουν ότι επικεντρώνεται υπερβολικά στο επίπεδο επεξεργασίας και όχι στη συνολική θρεπτική αξία, με αποτέλεσμα υγιεινά προϊόντα όπως το ψωμί ολικής αλέσεως, τα δημητριακά πρωινού ή τα γιαούρτια χαμηλών λιπαρών να κατατάσσονται αδιακρίτως ως υπερεπεξεργασμένα.
Ο Kevin McConway από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο υπογραμμίζει ότι η συσχέτιση δεν ισοδυναμεί με αιτιότητα, ενώ επιμένει στην ανάγκη περαιτέρω έρευνας. Ο Jules Griffin από το Πανεπιστήμιο του Aberdeen σημειώνει ότι η επεξεργασία τροφίμων μπορεί να έχει και θετικές πλευρές και ότι η κατανόηση της επίδρασής της στην υγεία είναι επείγουσα προτεραιότητα.
Ο κλάδος της βιομηχανίας τροφίμων, μέσω της FDF, υποστηρίζει ότι τα UPF μπορούν να ενταχθούν σε μια ισορροπημένη δίαιτα και ότι έχουν γίνει σημαντικές βελτιώσεις, όπως η μείωση ζάχαρης και αλατιού κατά το ένα τρίτο από το 2015. Την ίδια στιγμή, η Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή Διατροφής του Ηνωμένου Βασιλείου χαρακτηρίζει τη σχέση μεταξύ αυξημένης κατανάλωσης UPF και αρνητικών επιδράσεων στην υγεία ως ανησυχητική, αλλά παραδέχεται ότι δεν είναι ξεκάθαρο αν το πρόβλημα οφείλεται στην ίδια την επεξεργασία ή στη διατροφική σύσταση πολλών τέτοιων προϊόντων.