Νέα μελέτη αναστρέφει μια παγιωμένη αντίληψη για τον τρόπο που λειτουργεί η σεμαγλουτίδη στον οργανισμό
Εδώ και χρόνια, οι γιατροί παρατηρούσαν κάτι που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πλήρως. Ασθενείς που λάμβαναν σεμαγλουτίδη, τη δραστική ουσία πίσω από τα δημοφιλή φάρμακα αδυνατίσματος, εμφάνιζαν σημαντική βελτίωση της ηπατικής τους λειτουργίας ακόμα και όταν η απώλεια βάρους τους ήταν ελάχιστη. Τώρα, ερευνητές από το Sinai Health του Τορόντο έδωσαν για πρώτη φορά μια τεκμηριωμένη απάντηση σε αυτό το παράδοξο. Τα ευρήματά τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism.
Το κεντρικό εύρημα της μελέτης αντιστρέφει μια από τις βασικές παραδοχές του κλάδου. Μέχρι τώρα, επικρατούσε η άποψη ότι τα ηπατικά κύτταρα δεν φέρουν τον υποδοχέα στον οποίο προσδένεται η σεμαγλουτίδη, πράγμα που σήμαινε ότι το φάρμακο δεν είχε άμεση πρόσβαση στο ήπαρ. Η έρευνα, που ηγήθηκε από τον δρ. Daniel Drucker, πρωτοπόρο στην έρευνα για τις ορμόνες GLP-1 από τη δεκαετία του 1980, αποδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει.
Η μεταδιδακτορική ερευνήτρια δρ. Maria Gonzalez-Rellan, που ανέλαβε το κύριο βάρος της έρευνας, εντόπισε δύο τύπους ηπατικών κυττάρων που φέρουν τον υποδοχέα της σεμαγλουτίδης: Τα ενδοθηλιακά κύτταρα ηπατικών ημιτονοειδών (LSECs) και τα ανοσολογικά κύτταρα Τ. Τα LSECs, αν και αντιπροσωπεύουν μόλις το 3% του όγκου των ηπατικών κυττάρων, αποδείχθηκαν ο καθοριστικός παράγοντας. Στρώνουν τα τοιχώματα των μικρότερων αιμοφόρων αγγείων του ήπατος και λειτουργούν ως μοριακό φίλτρο μεταξύ ήπατος και αιματικής κυκλοφορίας.
Σε πειράματα με ποντίκια, η σεμαγλουτίδη ανέστρεψε τη μεταβολική στεατοηπατίτιδα (MASH), μια σοβαρή μορφή λιπώδους νόσου του ήπατος που μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση και ηπατική ανεπάρκεια, ακόμα και σε ζώα που στερούνταν τους εγκεφαλικούς υποδοχείς που ελέγχουν την όρεξη. Σε ζώα στα οποία απουσίαζαν οι υποδοχείς των LSECs, το ήπαρ δεν βελτιώθηκε καθόλου, ακόμα και μετά από απώλεια βάρους 20%.
Τι αλλάζει στην κλινική πρακτική
Τα ευρήματα έχουν άμεσες πρακτικές συνέπειες. Η MASH πλήττει περίπου το 25% των ενηλίκων στον δυτικό κόσμο και συνδέεται στενά με την παχυσαρκία και τον διαβήτη τύπου 2. Τα φάρμακα GLP-1 έχουν ήδη λάβει έγκριση για τη θεραπεία της νόσου, αλλά η θεραπεία βασιζόταν κυρίως στη λογική της μείωσης βάρους.
Γνωρίζοντας τώρα ότι η σεμαγλουτίδη βελτιώνει την ηπατική λειτουργία ανεξάρτητα από αυτήν, οι γιατροί θα μπορούν να εξετάσουν τη χορήγηση χαμηλότερων δόσεων που αποφεύγουν τις παρενέργειες των υψηλών δόσεων που χρειάζονται για σημαντική απώλεια βάρους. Αυτό μπορεί να σημαίνει και χαμηλότερο κόστος για τους ασθενείς. Όπως σημειώνει ο δρ. Drucker, το βάρος δεν πρέπει πλέον να είναι το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας μιας θεραπείας με GLP-1, καθώς το ήπαρ ωφελείται ανεξαρτήτως του αποτελέσματος στη ζυγαριά.