Η ηλικία που αναγράφεται στην ταυτότητα δεν αποτυπώνει πάντοτε την κατάσταση του οργανισμού. Η βιολογική γήρανση μπορεί να εξελίσσεται με διαφορετική ταχύτητα από τη χρονολογική ηλικία και, σύμφωνα με προηγούμενη έρευνα, η ταχύτερη βιολογική γήρανση έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο χρόνιων παθήσεων και πρόωρου θανάτου. Νέα μελέτη από ερευνητές της Σχολής Επιστημών Αθλητισμού και Υγείας του Πανεπιστημίου του Jyväskylä εξετάζει πλέον κατά πόσο το αυξημένο σωματικό βάρος ήδη από την εφηβεία μπορεί να συνδέεται με αυτή τη διαδικασία.
Παρακολούθηση για περίπου 40 χρόνια
Η ανάλυση βασίστηκε σε συμμετέχοντες της μελέτης Cardiovascular Risk in Young Finns Study, οι οποίοι είχαν παρακολουθηθεί για περίπου τέσσερις δεκαετίες. Ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) είχε καταγραφεί κατά την εφηβεία, σε ηλικίες από 9 έως 18 ετών, ενώ οι ερευνητές είχαν στη διάθεσή τους στοιχεία για την υγεία και τον τρόπο ζωής των συμμετεχόντων σε διαφορετικά χρονικά σημεία. Για την αξιολόγηση της βιολογικής ηλικίας χρησιμοποιήθηκαν επιγενετικά «ρολόγια», δηλαδή υπολογιστικά μοντέλα που βασίζονται σε μοτίβα μεθυλίωσης του DNA. Οι συγκεκριμένοι δείκτες μπορούν να αποτυπώσουν εάν οι βιολογικές διαδικασίες που συνδέονται με τη γήρανση φαίνεται να εξελίσσονται ταχύτερα ή βραδύτερα σε σχέση με τη χρονολογική ηλικία ενός ανθρώπου.
Παράλληλα, οι ερευνητές αξιοποίησαν γενετικά δεδομένα και δημιούργησαν έναν πολυγονιδιακό δείκτη κινδύνου για υψηλότερο ΔΜΣ, ο οποίος συνδυάζει την επίδραση εκατοντάδων γενετικών παραλλαγών που έχουν συσχετιστεί με τον δείκτη μάζας σώματος. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να εξετάσουν όχι μόνο εάν το αυξημένο βάρος στην εφηβεία συνδέεται με τη βιολογική γήρανση, αλλά και εάν υπάρχουν ενδείξεις αιτιώδους σχέσης.
Τι έδειξε η γενετικά ενημερωμένη ανάλυση
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η γενετική προδιάθεση για υψηλότερο ΔΜΣ συνδεόταν με ταχύτερη βιολογική γήρανση. Η ανάλυση με τη μέθοδο της Μεντελιανής τυχαιοποίησης έδειξε επίσης ενδείξεις ότι ο υψηλότερος ΔΜΣ στην εφηβεία μπορεί να έχει αιτιώδη σχέση με την επιτάχυνση της βιολογικής γήρανσης.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση χρησιμοποιείται στην επιδημιολογική έρευνα για να εξετάσει πιθανές αιτιώδεις σχέσεις αξιοποιώντας γενετικές παραλλαγές ως ένα είδος φυσικού «πειράματος». Ωστόσο, το εύρημα δεν σημαίνει ότι κάθε έφηβος με υψηλότερο ΔΜΣ θα εμφανίσει υποχρεωτικά ταχύτερη βιολογική γήρανση ούτε ότι ο ΔΜΣ αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που καθορίζει την πορεία αυτή.
Ένας σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η συνέχεια του σωματικού βάρους από την εφηβεία στην ενήλικη ζωή. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι μέρος της παρατηρούμενης σχέσης μπορεί να αντανακλά τον ΔΜΣ κατά την ενηλικίωση, καθώς το αυξημένο βάρος στην εφηβεία συχνά παραμένει και αργότερα στη ζωή. Παράλληλα, πολλές από τις παθήσεις που συνδέονται με την παχυσαρκία εξελίσσονται σε βάθος χρόνου.
Γιατί ενδιαφέρει η βιολογική ηλικία
Η μέτρηση της βιολογικής ηλικίας αποτελεί αντικείμενο αυξανόμενου ερευνητικού ενδιαφέροντος, επειδή μπορεί να προσφέρει πληροφορίες που δεν αποτυπώνονται από τη χρονολογική ηλικία. Στην περίπτωση του σωματικού βάρους, τέτοιοι δείκτες θα μπορούσαν στο μέλλον να βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι επιδράσεις του αυξημένου ΔΜΣ συσσωρεύονται από την παιδική και εφηβική ηλικία μέχρι την ενήλικη ζωή.
Η μελέτη αποτελεί την πρώτη δημοσίευση από τη διδακτορική διατριβή της ερευνήτριας Anni Pitkänen και εντάσσεται στο ερευνητικό πρόγραμμα GenActive, το οποίο εξετάζει την αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων στη διαμόρφωση κοινών νοσημάτων, της βιολογικής γήρανσης και της υγιούς μακροζωίας. Στην έρευνα συμμετείχαν επίσης το Ερευνητικό Κέντρο Γεροντολογίας, τα Πανεπιστήμια του Τάμπερε και του Τούρκου, το Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών Jamk και το Ινστιτούτο Μοριακής Ιατρικής της Φινλανδίας.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό International Journal of Obesity.