Επαγγελματίες αθλητές με περισσότερη βιταμίνη D στο αίμα εμφάνισαν χαμηλότερες τιμές χοληστερόλης και άλλων δεικτών καρδιαγγειακού κινδύνου
Οι περισσότεροι άνθρωποι συνδέουν τη βιταμίνη D με την υγεία των οστών, την απορρόφηση του ασβεστίου και την πρόληψη της οστεοπόρωσης. Ωστόσο, οι επιστήμονες ανακαλύπτουν ολοένα και περισσότερες λειτουργίες αυτού του θρεπτικού συστατικού, οι οποίες εκτείνονται πολύ πέρα από το σκελετικό σύστημα. Μια νέα γερμανική μελέτη σε επαγγελματίες αθλητές υποδηλώνει ότι η βιταμίνη D μπορεί να σχετίζεται και με σημαντικούς δείκτες καρδιαγγειακής υγείας, ακόμη και σε πληθυσμούς που θεωρούνται ήδη ιδιαίτερα υγιείς και σωματικά δραστήριοι. Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα από 773 επαγγελματίες άνδρες αθλητές, ηλικίας 18 έως 39 ετών, οι οποίοι συμμετείχαν σε αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το χάντμπολ και το χόκεϊ επί πάγου. Οι ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα της βιταμίνης D στο αίμα και τα συνέκριναν με μια σειρά μεταβολικών και καρδιαγγειακών δεικτών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι αθλητές με υψηλότερες συγκεντρώσεις βιταμίνης D εμφάνιζαν γενικά ευνοϊκότερο λιπιδαιμικό προφίλ, δηλαδή χαμηλότερες τιμές ορισμένων λιπιδίων που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Τι έδειξαν οι εξετάσεις των αθλητών
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι είχαν επαρκή επίπεδα βιταμίνης D παρουσίαζαν χαμηλότερη LDL χοληστερόλη, τη λεγόμενη «κακή» χοληστερόλη, καθώς και χαμηλότερα τριγλυκερίδια σε σύγκριση με όσους είχαν ανεπαρκή επίπεδα. Επιπλέον, παρατηρήθηκαν διαφορές και στη λιποπρωτεΐνη(a), έναν λιγότερο γνωστό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου που θεωρείται σε μεγάλο βαθμό γενετικά καθορισμένος. Το ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι η σχέση αυτή παρέμεινε ακόμη και όταν οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, ο δείκτης μάζας σώματος, το είδος του αθλήματος, η εποχή του έτους και τα χαρακτηριστικά της προπόνησης. Σύμφωνα με την ανάλυση, κάθε αύξηση κατά 1 ng/mL στη βιταμίνη D συνδεόταν με μικρή αλλά μετρήσιμη μείωση της LDL χοληστερόλης και της λιποπρωτεΐνης(a). Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκε ανεξάρτητη σχέση με την HDL, τη λεγόμενη «καλή» χοληστερόλη.
Παράλληλα, οι αθλητές με υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D εμφάνισαν καλύτερες επιδόσεις στις δοκιμασίες μέγιστης άσκησης, χαμηλότερες τιμές παραθορμόνης και ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν προηγούμενες ενδείξεις ότι η βιταμίνη D μπορεί να σχετίζεται όχι μόνο με την υγεία αλλά και με ορισμένες πτυχές της αθλητικής απόδοσης.
Γιατί τα αποτελέσματα χρειάζονται προσοχή
Παρά το ενδιαφέρον των ευρημάτων, οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Επειδή πρόκειται για μια διατομεακή μελέτη παρατήρησης, δεν μπορεί να αποδείξει ότι η αύξηση της βιταμίνης D προκαλεί άμεσα τη βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ. Είναι πιθανό οι αθλητές με υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D να ακολουθούν γενικότερα πιο υγιεινές συνήθειες ή να εκτίθενται περισσότερο στον ήλιο λόγω των προπονήσεών τους.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν επίσης ότι δεν καταγράφηκαν συστηματικά παράγοντες όπως η λήψη συμπληρωμάτων, η διατροφή, η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία ή η σύσταση σώματος, στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τόσο τα επίπεδα βιταμίνης D όσο και τους μεταβολικούς δείκτες. Επιπλέον, όλοι οι συμμετέχοντες ήταν άνδρες επαγγελματίες αθλητές, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων στον γενικό πληθυσμό ή στις γυναίκες αθλήτριες. Παρόλα αυτά, η μελέτη προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ των πιθανών επιδράσεων της βιταμίνης D στον ανθρώπινο οργανισμό. Τα τελευταία χρόνια, αρκετές έρευνες έχουν συνδέσει τα επαρκή επίπεδα βιταμίνης D με καλύτερη μυϊκή λειτουργία, ισχυρότερο ανοσοποιητικό σύστημα και χαμηλότερο κίνδυνο ορισμένων μεταβολικών διαταραχών, αν και τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών παραμένουν συχνά αντικρουόμενα.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients.