Το νέο πλαίσιο καλύπτει όλο το φάσμα προϊόντων καθαρισμού, από οικιακά απορρυπαντικά έως εξειδικευμένες επιφανειοδραστικές ουσίες και καινοτόμες συνθέσεις
Ο νέος Κανονισμός (ΕΕ) 2026/405 για τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες εισάγει νέο πλαίσιο στην ευρωπαϊκή αγορά, αντικαθιστώντας τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004, με στόχο την επικαιροποίηση των κανόνων ασφάλειας, τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις και τις νέες μορφές προϊόντων. Ο νέος κανονισμός καλύπτει το σύνολο των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών που χρησιμοποιούνται για καθαρισμό, περιλαμβάνοντας απορρυπαντικά πλυντηρίων ρούχων και πιάτων, καθαριστικά επιφανειών για οικιακή ή επαγγελματική χρήση, καθώς και προϊόντα που υποστηρίζουν ή συμπληρώνουν τη διαδικασία καθαρισμού, όπως μαλακτικά ή προϊόντα που τροποποιούν την οσμή των υφασμάτων. Στο πεδίο εφαρμογής εντάσσονται επίσης οι επιφανειοδραστικές ουσίες ως πρώτες ύλες, τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς και τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται σε διάφορες επιφάνειες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, όπως φρούτα και λαχανικά.
Το νέο κανονιστικό πλαίσιο διατηρεί τις βασικές απαιτήσεις για τη βιοαποδομησιμότητα των επιφανειοδραστικών ουσιών, που αποτελούν το κύριο συστατικό των απορρυπαντικών, ενώ επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής ώστε να καλύπτει νεότερα προϊόντα, όπως εκείνα που περιέχουν μικροοργανισμούς και τα συστήματα επαναπλήρωσης. Παράλληλα, λαμβάνει υπόψη την αύξηση των διαδικτυακών πωλήσεων και τα προβλήματα εποπτείας της αγοράς σε περιπτώσεις όπου απουσιάζει εγκατεστημένος παρασκευαστής ή εισαγωγέας εντός της Ένωσης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Λάστιχα Michelin: Διευκρινίσεις της εταιρείας στο cibum για την ανάκληση λόγω κινδύνου
Ο κανονισμός εισάγει μέτρα για την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, ενθαρρύνοντας τη χρήση επαναπληρώσιμων και ανακυκλώσιμων συσκευασιών, με στόχο τη μείωση των αποβλήτων. Παράλληλα, προβλέπει την αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, όπως το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος και η ψηφιακή επισήμανση, για την απλούστευση της παροχής πληροφοριών προς τους καταναλωτές και τις αρχές.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαχείριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Διατηρούνται τα όρια για τα φωσφορικά άλατα, λόγω της συμβολής τους στον ευτροφισμό των υδάτων, ενώ προβλέπεται περαιτέρω αξιολόγηση για πιθανή αυστηροποίηση των περιορισμών. Επιπλέον, τίθενται βάσεις για την ανάπτυξη νέων κριτηρίων βιοαποδομησιμότητας για άλλα συστατικά, όπως πολυμερή και οργανικές ουσίες υψηλής συγκέντρωσης.
Για τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς θεσπίζονται ειδικοί κανόνες, καθώς τα προϊόντα αυτά παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά κινδύνου σε σχέση με τα συμβατικά χημικά. Προβλέπεται η καθιέρωση μεθοδολογίας εκτίμησης κινδύνου και η απαίτηση τεκμηρίωσης της ασφάλειας πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά.
Στο πεδίο της προστασίας της υγείας, ο κανονισμός ενισχύει τις απαιτήσεις επισήμανσης, με υποχρεωτική αναγραφή ουσιών που μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις, καθώς και πληροφοριών δοσολογίας για την αποφυγή υπερβολικής χρήσης. Παράλληλα, θεσπίζεται υποχρέωση παροχής αναλυτικών στοιχείων σύστασης σε αρμόδιους φορείς για την αντιμετώπιση περιστατικών δηλητηρίασης.
Ορίζονται επίσης σαφείς υποχρεώσεις για όλους τους οικονομικούς φορείς στην αλυσίδα εφοδιασμού, από τους παρασκευαστές έως τους εισαγωγείς και διανομείς, με ευθύνη διασφάλισης της συμμόρφωσης των προϊόντων. Οι παρασκευαστές υποχρεούνται να καταρτίζουν τεχνικό φάκελο και να διατηρούν τα σχετικά στοιχεία για διάστημα δέκα ετών. Ο κανονισμός απαγορεύει, κατά γενικό κανόνα, τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα, με εξαίρεση τη χρήση υφιστάμενων δεδομένων και προβλεπόμενες παρεκκλίσεις υπό όρους.
Η νέα νομοθεσία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής για τα χημικά προϊόντα και λειτουργεί συμπληρωματικά με υφιστάμενες πράξεις, με στόχο την ενίσχυση της προστασίας της ανθρώπινης υγείας, της ασφάλειας και του περιβάλλοντος, καθώς και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.