Τα εντομοαπωθητικά αποτελούν ένα από τα βασικότερα μέσα ατομικής προστασίας από τα τσιμπήματα κουνουπιών, τσιμπουριών και άλλων εντόμων, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες και σε περιοχές όπου κυκλοφορούν παθογόνοι μικροοργανισμοί που μεταδίδονται μέσω των διαβιβαστών. Παρά τη μακρόχρονη χρήση τους και το υψηλό επίπεδο αποτελεσματικότητάς τους, η σωστή εφαρμογή τους παραμένει καθοριστικός παράγοντας τόσο για την προστασία του χρήστη όσο και για την αποφυγή ανεπιθύμητων επιδράσεων. Σε πρόσφατο ενημερωτικό έγγραφο, το Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Αξιολόγησης Κινδύνου της Γερμανίας (Bundesinstitut für Risikobewertung – BfR) συγκέντρωσε τις διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις σχετικά με τα εντομοαπωθητικά και τους πιθανούς κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από τη μη ορθή χρήση τους.
Το BfR υπενθυμίζει ότι τα εντομοαπωθητικά δεν εξοντώνουν τα έντομα, αλλά παρεμβαίνουν στους οσφρητικούς μηχανισμούς τους. Οι δραστικές ουσίες που περιέχουν, όπως το DEET, η ικαριδίνη (Icaridin) και το IR3535, εμποδίζουν τα κουνούπια και τα τσιμπούρια να εντοπίσουν τον άνθρωπο μέσω των οσμών που εκπέμπονται από την αναπνοή και τον ιδρώτα. Εξαιτίας αυτής της δράσης ταξινομούνται ως βιοκτόνα προϊόντα και πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά υπόκεινται σε διαδικασία αξιολόγησης για την ασφάλεια του ανθρώπου και του περιβάλλοντος.
Σύμφωνα με το γερμανικό ινστιτούτο, όταν τα προϊόντα χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή είναι γενικά καλά ανεκτά. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνδέονται κυρίως με λανθασμένη χρήση, όπως η εφαρμογή υπερβολικής ποσότητας, η πολύ συχνή επανάληψη, η χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα ή η εφαρμογή σε άτομα για τα οποία δεν ενδείκνυνται.
Το DEET, που αποτελεί μία από τις περισσότερο μελετημένες δραστικές ουσίες διεθνώς, εξακολουθεί να θεωρείται από τα αποτελεσματικότερα εντομοαπωθητικά, ιδιαίτερα για ταξίδια σε περιοχές όπου ενδημούν νοσήματα όπως ο δάγκειος πυρετός, η ελονοσία, ο ιός Ζίκα και ο κίτρινος πυρετός. Ωστόσο, το BfR επισημαίνει ότι σε υψηλές συγκεντρώσεις μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό των βλεννογόνων, ενώ η ακατάλληλη ή εκτεταμένη χρήση ενδέχεται, σε σπάνιες περιπτώσεις, να προκαλέσει νευροτοξικές επιδράσεις. Για τον λόγο αυτό δεν συνιστάται η εφαρμογή του σε μεγάλες επιφάνειες του σώματος ή για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα χωρίς να υπάρχει σχετική ανάγκη.
Το ινστιτούτο αναφέρει επίσης ότι από τη μη σωστή χρήση εντομοαπωθητικών μπορεί να προκύψουν ερεθισμός του δέρματος με ερυθρότητα ή φυσαλίδες, ερεθισμός των ματιών σε περίπτωση επαφής με το προϊόν, ερεθισμός των βλεννογόνων και αναπνευστικές ενοχλήσεις. Στα προϊόντα που περιέχουν DEET έχουν καταγραφεί σπάνια περιστατικά ζάλης και κεφαλαλγίας, τα οποία σχετίζονται κυρίως με υπερβολική έκθεση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά τη χρήση σε παιδιά. Το BfR τονίζει ότι προϊόντα που περιέχουν DEET ή ικαριδίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών, καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ερεθισμού του δέρματος και των βλεννογόνων, αλλά και πιθανότητα εμφάνισης νευρολογικών επιδράσεων σε περίπτωση ακατάλληλης χρήσης. Για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας η εφαρμογή θα πρέπει να γίνεται από ενήλικες, ώστε να χρησιμοποιείται η προβλεπόμενη ποσότητα και να αποφεύγεται η επαφή του προϊόντος με τα χέρια, τα οποία μπορεί στη συνέχεια να έρθουν σε επαφή με τα μάτια ή το στόμα.
Οι ειδικοί συνιστούν επίσης τα εντομοαπωθητικά να μην εφαρμόζονται σε ανοιχτές πληγές, σε ερεθισμένο δέρμα, όπως μετά από ηλιακό έγκαυμα, ούτε απευθείας πάνω στους βλεννογόνους ή στην περιοχή των ματιών. Στα μικρά παιδιά πρέπει να αποφεύγεται η εφαρμογή στις παλάμες, καθώς αυξάνεται η πιθανότητα κατάποσης του προϊόντος μέσω της επαφής των χεριών με το στόμα.
Για παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών να προτιμώνται μέτρα φυσικής προστασίας, όπως η χρήση σιτών σε παράθυρα και πόρτες, οι κουνουπιέρες στα παιδικά καρότσια, τα κατάλληλα ρούχα με μακριά μανίκια και η αποφυγή παραμονής σε εξωτερικούς χώρους κατά τις ώρες αυξημένης δραστηριότητας των κουνουπιών. Το BfR επισημαίνει ακόμη ότι το DEET μπορεί να προκαλέσει φθορά σε πλαστικά υλικά και συνθετικές επιφάνειες, όπως γυαλιά, κινητά τηλέφωνα ή αντικείμενα από ορισμένα πολυμερή, γεγονός που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χρήση του προϊόντος. Σε σύγκριση με το DEET, η ικαριδίνη θεωρείται καλύτερα ανεκτή από το δέρμα και δεν επηρεάζει τα πλαστικά, ενώ το IR3535 χαρακτηρίζεται από ακόμη ηπιότερο προφίλ ως προς τον ερεθισμό του δέρματος και των βλεννογόνων.
Το γερμανικό ινστιτούτο υπογραμμίζει ότι η ασφάλεια των εντομοαπωθητικών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τήρηση των οδηγιών χρήσης. Η επιλογή κατάλληλου προϊόντος, η εφαρμογή στη σωστή ποσότητα, η αποφυγή χρήσης σε μη ενδεδειγμένες ηλικιακές ομάδες και η προσοχή κατά την επαφή με τα μάτια, τους βλεννογόνους και το ερεθισμένο δέρμα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ασφαλή και αποτελεσματική προστασία από τα τσιμπήματα εντόμων.
Νέα πειραματική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Experimental Biology προσθέτει μία ακόμη διάσταση στην επιστημονική γνώση γύρω από το DEET, χωρίς να αμφισβητεί την αποτελεσματικότητά του. Οι ερευνητές μελέτησαν το κουνούπι Aedes aegypti, γνωστό φορέα νοσημάτων όπως ο δάγκειος πυρετός, ο ιός Ζίκα, ο κίτρινος πυρετός και η chikungunya, εξετάζοντας κατά πόσο μπορεί να τροποποιήσει τη συμπεριφορά του μέσω διαδικασιών μάθησης.
Στο εργαστηριακό πείραμα, τα κουνούπια εκτέθηκαν επανειλημμένα στη χαρακτηριστική οσμή του DEET τη στιγμή που προσπαθούσαν να τραφούν από ζεστό αίμα. Μετά από τέσσερις επαναλήψεις, περισσότερα από το 60% των εντόμων εμφάνισαν αναζήτηση τροφής μόνο με την παρουσία της οσμής του DEET, ενώ σε επόμενη δοκιμή προτίμησαν ανθρώπινο χέρι στο οποίο είχε εφαρμοστεί το εντομοαπωθητικό, σε αντίθεση με κουνούπια που δεν είχαν προηγουμένως εκτεθεί στη συγκεκριμένη διαδικασία.
Οι συγγραφείς της μελέτης εκτιμούν ότι το φαινόμενο θα μπορούσε να εμφανιστεί όταν η συγκέντρωση του DEET στο δέρμα έχει μειωθεί αρκετές ώρες μετά την εφαρμογή, με αποτέλεσμα η απωθητική του δράση να εξασθενεί, ενώ η οσμή του παραμένει ανιχνεύσιμη από τα κουνούπια. Οι ίδιοι διευκρινίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποτελούν λόγο αποφυγής του DEET, το οποίο εξακολουθεί να θεωρείται ένα από τα αποτελεσματικότερα εντομοαπωθητικά, αλλά υπογραμμίζουν τη σημασία της επαναλαμβανόμενης εφαρμογής του σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή.