Η διατροφή των Ελβετών παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις από το πρότυπο της δίαιτας που έχει προταθεί από την επιτροπή EAT-Lancet ως μοντέλο με έμφαση τόσο στην υγεία όσο και στη βιωσιμότητα. Η μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφηκε στην κατανάλωση κρέατος, ενώ ιδιαίτερα χαμηλή ήταν η κατανάλωση οσπρίων και ακόρεστων φυτικών λιπαρών. Τα στοιχεία προέρχονται από ανάλυση δεδομένων 2.057 ενηλίκων ηλικίας 18 έως 75 ετών και δείχνουν ότι το διατροφικό μοντέλο που καταγράφηκε στην Ελβετία εξακολουθεί να βασίζεται σε σημαντικό βαθμό σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης.
Οκτώμισι φορές πάνω η κατανάλωση κρέατος
Η μελέτη συνέκρινε τις διατροφικές συνήθειες που καταγράφηκαν στην εθνική έρευνα διατροφής menuCH το 2014 και το 2015 με τις συστάσεις της EAT-Lancet Planetary Health Diet. Για να γίνει η σύγκριση, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ως βάση μια ημερήσια διατροφή 2.500 θερμίδων και εξέτασαν 14 διαφορετικές κατηγορίες τροφίμων. Η μεγαλύτερη απόκλιση αφορούσε το κρέας, με εξαίρεση τα πουλερικά. Η μέση κατανάλωση έφτανε τις 255 θερμίδες την ημέρα, έναντι 30 θερμίδων που αντιστοιχούν στον στόχο της EAT-Lancet. Με βάση αυτή τη σύγκριση, η κατανάλωση έφτανε το 850% της προτεινόμενης ποσότητας, δηλαδή περίπου 8,5 φορές το επίπεδο αναφοράς. Μόλις το 27% των συμμετεχόντων βρισκόταν μέσα στο προτεινόμενο εύρος για τη συγκεκριμένη κατηγορία. Η διαφορά ήταν ακόμη εντονότερη στους άνδρες, οι οποίοι κατανάλωναν κατά μέσο όρο 298 θερμίδες από το συγκεκριμένο είδος κρέατος ημερησίως, έναντι 214 θερμίδων στις γυναίκες. Αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν ότι κάθε Ελβετός καταναλώνει κρέας σε ποσότητα οκτώ φορές μεγαλύτερη από μια συγκεκριμένη ημερήσια μερίδα. Το ποσοστό προκύπτει από τη σύγκριση της μέσης ενεργειακής πρόσληψης με τον αντίστοιχο στόχο της EAT-Lancet και αφορά το κρέας που περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη κατηγορία. Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη βασίζεται σε δεδομένα που συλλέχθηκαν πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβής αποτύπωση της ελβετικής διατροφής το 2026.
Ανάλογη εικόνα προέκυψε και για τα γαλακτοκομικά προϊόντα, αν και η διαφορά χρειάζεται διαφορετική ερμηνεία. Η μέση κατανάλωση αντιστοιχούσε σε 556 θερμίδες την ημέρα, έναντι 153 θερμίδων στο πρότυπο της EAT-Lancet, δηλαδή 363% του αντίστοιχου στόχου. Ωστόσο, όταν η κατανάλωση εξετάστηκε σε γραμμάρια και όχι σε θερμίδες, η μέση ποσότητα ήταν πολύ πιο κοντά στην αντίστοιχη σύσταση. Οι ερευνητές αποδίδουν μέρος αυτής της διαφοράς στην ενεργειακή πυκνότητα ορισμένων γαλακτοκομικών προϊόντων, με το τυρί να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην άλλη πλευρά της διατροφικής εικόνας βρίσκονται τα όσπρια. Η μέση κατανάλωση αντιστοιχούσε μόλις στο 4% του στόχου της EAT-Lancet, με τους συμμετέχοντες να καταναλώνουν περίπου 11 θερμίδες την ημέρα από τη συγκεκριμένη κατηγορία, έναντι 284 θερμίδων που χρησιμοποιούνται ως σημείο αναφοράς. Αντίστοιχα χαμηλή ήταν και η κατανάλωση ακόρεστων φυτικών λιπαρών, στο 39% του προτεινόμενου επιπέδου. Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή τα όσπρια αποτελούν βασική πηγή φυτικής πρωτεΐνης και περιλαμβάνονται στον πυρήνα του διατροφικού προτύπου που εξετάστηκε.
Τι έδειξαν τα στοιχεία για ψάρια, δημητριακά και φύλο
Δεν παρουσίασαν όλες οι κατηγορίες τροφίμων μεγάλη απόκλιση από τις συστάσεις. Η κατανάλωση ψαριών και θαλασσινών βρισκόταν στο 103% του αντίστοιχου στόχου, ενώ τα δημητριακά έφταναν στο 96%. Πρόκειται για τις δύο κατηγορίες στις οποίες η διατροφή των συμμετεχόντων πλησίαζε περισσότερο το πρότυπο της EAT-Lancet. Οι ερευνητές σημειώνουν ωστόσο ότι τα στοιχεία για τα δημητριακά ενδέχεται να υπερεκτιμούν την πραγματική συμμόρφωση, καθώς η εθνική έρευνα δεν επέτρεπε να διαχωριστούν με ακρίβεια τα προϊόντα ολικής άλεσης από τα επεξεργασμένα δημητριακά.
Συνολικά, ο δείκτης συμμόρφωσης προς τη δίαιτα EAT-Lancet έφτασε κατά μέσο όρο τις 82,2 μονάδες σε σύνολο 140, ενώ οι γυναίκες εμφάνισαν υψηλότερη βαθμολογία από τους άνδρες. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν όμως ότι η συγκεκριμένη εικόνα πρέπει να διαβαστεί με προσοχή, καθώς τα δεδομένα της menuCH συλλέχθηκαν το 2014 και το 2015. Έκτοτε έχει αυξηθεί η παρουσία φυτικών εναλλακτικών στην αγορά και έχουν αλλάξει οι διατροφικές τάσεις, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων καταναλωτών. Επομένως, η σημερινή κατάσταση στην Ελβετία μπορεί να διαφέρει από αυτή που καταγράφει η συγκεκριμένη ανάλυση.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό BMC Global and Public Health.