Μια νέα μελέτη αμφισβητεί τα υποτιθέμενα οφέλη και αποκαλύπτει πιθανό κίνδυνο από τη βιταμίνη Β6
Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Science & Nutrition ανατρέπει τις έως τώρα παραδοχές για τον ρόλο των βιταμινών στην πρόληψη ή την άμβλυνση των επιπλοκών του σακχαρώδους διαβήτη. Οι ερευνητές, αξιοποιώντας μεγάλης κλίμακας γενετικά δεδομένα (GWAS) και προηγμένα στατιστικά μοντέλα αιτιώδους συσχέτισης Mendelian Randomization (MR), διερεύνησαν την πιθανή αιτιακή σύνδεση μεταξύ των επιπέδων τεσσάρων βασικών βιταμινών (Α, Β6, C και D) και των επιπλοκών που συνδέονται με τον διαβήτη.
Η μελέτη στηρίχθηκε σε δεδομένα από 5.006 συμμετέχοντες για τη βιταμίνη Α, 64.974 για τη Β6, 52.018 για τη βιταμίνη C και 441.291 για τη βιταμίνη D, χρησιμοποιώντας αντίστοιχα 2, 1, 10 και 166 γενετικές παραλλαγές (SNPs) για να εκτιμηθεί η αιτιώδης σχέση. Αν και προγενέστερες μελέτες είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι οι συγκεκριμένες βιταμίνες μπορεί να έχουν προστατευτικό ρόλο στη διαχείριση του διαβήτη, τα αποτελέσματα αυτής της ανάλυσης δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο.
Συγκεκριμένα, οι βιταμίνες Α, C και D δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντική αιτιώδη συσχέτιση με τις επιπλοκές του διαβήτη, όπως νεφροπάθεια, μακουλοπάθεια, νευροπάθεια ή κετοξέωση, στον ευρωπαϊκό πληθυσμό που εξετάστηκε. Ακόμα και η αρχική ένδειξη ότι η βιταμίνη D ενδεχομένως προστατεύει από την κετοξέωση αποδείχθηκε ασθενής μετά τη στατιστική διόρθωση για ακραίες τιμές.
Αντίθετα, τα επίπεδα της βιταμίνης Β6 έδειξαν μια εντυπωσιακά ισχυρή συσχέτιση με τον αυξημένο κίνδυνο διαβητικής υπογλυκαιμίας. Η μελέτη προσδιόρισε έναν λόγο πιθανοτήτων (odds ratio) 8,54 (p = 0,0075), γεγονός που σημαίνει ότι τα αυξημένα επίπεδα βιταμίνης Β6 συνδέονται με δραματικά μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης αυτής της επικίνδυνης επιπλοκής. Ωστόσο, οι συγγραφείς προειδοποιούν για ερμηνευτική επιφύλαξη, καθώς το εύρημα στηρίζεται σε μία μόνο γενετική παραλλαγή και συνοδεύεται από ευρύ διάστημα εμπιστοσύνης (95% CI: 1,77–41,2), υποδηλώνοντας πιθανή υπερεκτίμηση του κινδύνου.
Η βιταμίνη Β6 (πυριδοξίνη), η οποία είναι υδατοδιαλυτή και απαραίτητη για πλήθος μεταβολικών διεργασιών, προσλαμβάνεται φυσικά από τη διατροφή. Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ (NIH), οι πλουσιότερες φυσικές πηγές της περιλαμβάνουν τα εντόσθια, τα πουλερικά, τα ψάρια (όπως ο τόνος και ο σολομός), τις πατάτες, τα αμυλώδη λαχανικά και ορισμένα φρούτα που δεν ανήκουν στα εσπεριδοειδή, όπως οι μπανάνες και τα δαμάσκηνα.
Το αποτέλεσμα αυτό, εάν επιβεβαιωθεί από μελλοντικές μελέτες, ενδέχεται να αποτελεί ένα «βιολογικό παράδοξο», καθώς ενώ η βιταμίνη Β6 είναι γνωστή για την ικανότητά της να μειώνει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, η υπερβολική της πρόσληψη ίσως να οδηγεί σε επικίνδυνες καταστάσεις υπογλυκαιμίας, ιδιαίτερα σε άτομα με ήδη διαταραγμένο γλυκαιμικό έλεγχο.
Η μελέτη εντάσσεται σε μια ευρύτερη επιστημονική συζήτηση για τον ρόλο των βιταμινών στη διαχείριση του διαβήτη, μια πάθηση που, σύμφωνα με τη Διεθνή Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF), ευθύνεται άμεσα ή έμμεσα για περίπου 6,7 εκατομμύρια θανάτους ετησίως. Παρά την ελκυστική ιδέα ότι οι βιταμίνες, λόγω των αντιφλεγμονωδών και μεταβολικών τους ιδιοτήτων, θα μπορούσαν να προσφέρουν οφέλη στους πάσχοντες από διαβήτη, η βιβλιογραφία παραμένει αντιφατική και τα στοιχεία ελλιπή όσον αφορά τις αιτιώδεις συσχετίσεις.