Νέα επιστημονική ανάλυση υποστηρίζει ότι οι επαναλαμβανόμενες αυξομειώσεις βάρους δεν φαίνεται να προκαλούν τη μεταβολική βλάβη με την οποία είχαν συνδεθεί για δεκαετίες
Παγκοσμίως, περίπου το ήμισυ του γενικού πληθυσμού προσπαθεί να χάσει βάρος. Ωστόσο, η απώλεια βάρους συνήθως ακολουθείται από σημαντική επαναπρόσληψη βάρους, οδηγώντας συχνά σε επαναλαμβανόμενους κύκλους απώλειας και αύξησης σωματικού βάρους, είτε σε σύντομα είτε σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, που είναι γνωστή ως δίαιτα «γιο-γιο». Για χρόνια, οι δίαιτες γιο-γιο συνδέονταν με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη, καρδιαγγειακών νοσημάτων, επιβράδυνση του μεταβολισμού, μεγαλύτερη συσσώρευση λίπους και απώλεια μυϊκής μάζας. Η αντίληψη αυτή επηρέασε τόσο τη δημόσια συζήτηση όσο και τις ιατρικές συστάσεις, οδηγώντας αρκετούς ανθρώπους να αποφεύγουν τις προσπάθειες απώλειας βάρους από φόβο ότι η επαναπρόσληψη κιλών θα επιδεινώσει την υγεία τους.
Νέα ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet αμφισβητεί την άποψη ότι οι συνεχείς αυξομειώσεις βάρους, γνωστές ως «δίαιτες γιο-γιο», προκαλούν σοβαρές και μόνιμες βλάβες στον οργανισμό. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι δεν υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά δεδομένα που να αποδεικνύουν πως η επαναλαμβανόμενη απώλεια και επαναπρόσληψη βάρους είναι πιο επιβλαβής από την παραμονή στην παχυσαρκία.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τον Faidon Magkos του University of Copenhagen και τον Norbert Stefan του German Center for Diabetes Research, σε συνεργασία με το University Hospital Tübingen και το Helmholtz Munich. Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεκαετίες ερευνών σε ανθρώπους και ζώα σχετικά με τις επιπτώσεις της απώλειας και επαναπρόσληψης βάρους.
Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν αυτές τις ανησυχίες. Οι ερευνητές αξιολόγησαν παρατηρησιακές μελέτες, κλινικές δοκιμές και πειραματικά δεδομένα και διαπίστωσαν ότι, όταν ληφθούν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα υγείας και η συνολική διάρκεια παχυσαρκίας, οι υποτιθέμενες αρνητικές συνέπειες των αυξομειώσεων βάρους μειώνονται σημαντικά ή εξαφανίζονται.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύσταση του σώματος. Οι μελέτες που παρακολούθησαν αντικειμενικά τη μυϊκή και λιπώδη μάζα δεν έδειξαν ότι οι επαναλαμβανόμενες δίαιτες προκαλούν μεγαλύτερη απώλεια μυών ή μόνιμη μείωση του μεταβολικού ρυθμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όσοι ξαναπήραν βάρος επέστρεψαν περίπου στην ίδια σωματική κατάσταση που είχαν πριν ξεκινήσουν τη δίαιτα.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν επίσης ότι η επαναπρόσληψη βάρους δεν σημαίνει απαραίτητα επιδείνωση της υγείας πέρα από τα αρχικά επίπεδα. Η αύξηση των κιλών μπορεί να ακυρώσει τα οφέλη που είχαν προκύψει από την απώλεια βάρους, όπως η βελτίωση του σακχάρου, της αρτηριακής πίεσης και των λιπιδίων, αλλά δεν φαίνεται να οδηγεί σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη που υπήρχε πριν από τη δίαιτα.
Η ανάλυση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνεται η χρήση φαρμάκων για την απώλεια βάρους, όπως οι αγωνιστές GLP-1. Οι θεραπείες αυτές συχνά οδηγούν σε σημαντική μείωση κιλών, η οποία όμως μπορεί να αντιστραφεί μετά τη διακοπή της αγωγής. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτό δεν πρέπει να θεωρείται απόδειξη βλάβης, αλλά μέρος μιας διαδικασίας κατά την οποία ο οργανισμός μπορεί να αποκομίζει έστω και προσωρινά μεταβολικά οφέλη.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι άνθρωποι με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία δεν πρέπει να αποθαρρύνονται από την προσπάθεια απώλειας κιλών, ακόμη και αν δυσκολεύονται να διατηρήσουν το αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι ο μεγαλύτερος παράγοντας κινδύνου για μεταβολικά νοσήματα παραμένει η ίδια η παχυσαρκία και όχι οι διακυμάνσεις του βάρους.
Φωτογραφια άρθρου shutterstock