Τα σημάδια που προδίδουν θύτες και θύματα, τα λάθη των ενηλίκων και ο ρόλος της οικογένειας και του σχολείου στην πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου
Η ψυχολόγος Μαρίνα Πάπας, μιλώντας στο Πρακτορείο FM και στην εκπομπή «104,9 ΜΥΣΤΙΚΑ ΥΓΕΙΑΣ» της Τάνιας Μαντουβάλου, αναφέρεται στα σημάδια που χρειάζεται να αναγνωρίζουν οι γονείς, στα λάθη που συχνά κάνουν, αλλά και στον ρόλο της οικογένειας και του σχολείου στην πρόληψη και αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού. Η τοποθέτησή της έγινε με αφορμή τη συμμετοχή της σε ημερίδα με θέμα «Πρόσωπο με Πρόσωπο με τον Εκφοβισμό: Αναγνώριση, Πρόληψη, Δράση», που διοργανώθηκε στις 6 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ενδοσχολικής Βίας και του Εκφοβισμού.
Η ίδια εκτιμά ότι τα ποσοστά εκφοβισμού είναι υψηλότερα από αυτά που καταγράφονται διεθνώς, καθώς πολλά παιδιά δεν μιλούν για όσα βιώνουν. Συχνά, όπως επισημαίνει, οι εμπειρίες αυτές αποκαλύπτονται αργότερα στην ενήλικη ζωή, παραμένοντας ανεπεξέργαστες και επηρεάζοντας αρνητικά την ψυχοσυναισθηματική πορεία του ατόμου. Σύμφωνα με την ψυχολόγο, πίσω από το παιδί που δέχεται εκφοβισμό βρίσκονται συναισθήματα ντροπής, μοναξιάς και έντονου φόβου, μαζί με την αίσθηση ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση ή ότι φέρει ευθύνη για ό,τι του συμβαίνει. Από την άλλη πλευρά, το παιδί που εκφοβίζει συχνά κουβαλά ανασφάλεια, ανάγκη για αποδοχή και έντονο, καταπιεσμένο θυμό.
Ως βασικά σημάδια που πρέπει να κινητοποιήσουν τους γονείς αναφέρει την άρνηση του παιδιού να πάει στο σχολείο, τις σωματικές ενοχλήσεις χωρίς σαφή αιτία, την πτώση στη διάθεση και στις σχολικές επιδόσεις, την απώλεια ή καταστροφή αντικειμένων και την έκρηξη θυμού ακόμη και προς οικεία πρόσωπα. Στην περίπτωση του παιδιού που εκφοβίζει, παρατηρείται έντονη επιθετικότητα, ανάγκη επιβολής και μειωμένη ενσυναίσθηση, ακόμη και ευχαρίστηση από τη δυσφορία του άλλου.
Η ενσυναίσθηση, όπως τονίζει, αποτελεί βασικό παράγοντα πρόληψης και χρειάζεται να καλλιεργείται από τα πρώτα χρόνια ζωής, παρότι έχει έμφυτη βάση. Η ανάπτυξή της συνδέεται με την ικανότητα του παιδιού να αναγνωρίζει και να κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων. Επιθετικές συμπεριφορές μπορούν να εμφανιστούν ήδη από την προσχολική ηλικία, όταν επαναλαμβάνονται μοτίβα όπως το σπρώξιμο ή η στοχοποίηση άλλων παιδιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται έγκαιρη παρέμβαση και προσοχή από το οικογενειακό περιβάλλον.
Στα συχνότερα λάθη των γονέων συγκαταλέγεται η υποτίμηση των περιστατικών, όταν το παιδί εκφράζει δυσκολία, καθώς και οι έντονες αντιδράσεις απέναντι σε άλλα παιδιά ή τους γονείς τους. Αντίστοιχα, όταν το παιδί εκφοβίζει, οι γονείς συχνά περιορίζονται στην επίκριση και τη στιγματοποίηση, χωρίς να διερευνούν τις αιτίες της συμπεριφοράς του. Η ψυχολόγος επισημαίνει ότι αρκετά παιδιά εμφανίζουν ταυτόχρονα χαρακτηριστικά θύματος και θύτη, καθώς μπορεί να έχουν βιώσει απόρριψη ή ταπείνωση στο οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον. Αυτά τα παιδιά συχνά εναλλάσσουν φόβο και απομόνωση με έντονες εκρήξεις θυμού.
Η σιωπή των παιδιών που δέχονται εκφοβισμό συνδέεται με την αδυναμία έκφρασης συναισθημάτων και την έλλειψη εξοικείωσης με την αναζήτηση βοήθειας. Για τον λόγο αυτό δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη συναισθηματική νοημοσύνη, η οποία ενισχύει την ικανότητα του παιδιού να αναγνωρίζει και να εκφράζει όσα βιώνει. Καθοριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο γονιός ανταποκρίνεται: χρειάζεται να δίνει χώρο στο παιδί να μιλήσει, να αποδέχεται τα συναισθήματά του χωρίς απόρριψη ή εκφοβισμό και να διαχειρίζεται την κατάσταση σε συνεργασία με το σχολείο, ακόμη και όταν το παιδί ζητά εχεμύθεια.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον διαδικτυακό εκφοβισμό, ο οποίος χαρακτηρίζεται από συνεχή παρουσία και δεν περιορίζεται στον σχολικό χώρο. Η ανωνυμία ενισχύει την επιθετική συμπεριφορά, ενώ η έκθεση του παιδιού μπορεί να είναι διαρκής. Τα εργαλεία γονικού ελέγχου μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, χωρίς όμως να υποκαθιστούν την ουσιαστική επικοινωνία. Κλείνοντας, η Μαρίνα Πάπας τονίζει ότι τα παιδιά που βιώνουν εκφοβισμό χρειάζεται να ενθαρρύνονται να ζητούν βοήθεια από το οικογενειακό και σχολικό τους περιβάλλον, ενώ η στάση των ενηλίκων είναι καθοριστική. Η σιωπή επιτρέπει τη συνέχιση του φαινομένου, ενώ η ενεργή παρουσία των ενηλίκων συμβάλλει στη δημιουργία ενός πλαισίου ασφάλειας και ορίων.