Ανάμεσα στα ροφήματα που καταναλώνονται καθημερινά, το πράσινο τσάι φαίνεται να έχει ένα επιπλέον πλεονέκτημα για τη στοματική υγεία, σύμφωνα με οδοντιάτρους και επιστημονικά δεδομένα που έχουν εξετάσει τη δράση των συστατικών του. Οι κατεχίνες, και ιδιαίτερα η επιγαλλοκατεχίνη-3-γαλλική (EGCG), έχουν αντιβακτηριακές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες και μπορούν να επηρεάσουν μικροοργανισμούς που συνδέονται με την οδοντική πλάκα και τις παθήσεις των ούλων. Παράλληλα, όταν καταναλώνεται χωρίς ζάχαρη, το πράσινο τσάι δεν προσθέτει τα σάκχαρα που ευνοούν την τερηδόνα, ενώ η οξύτητά του είναι σχετικά χαμηλή σε σύγκριση με αρκετά άλλα ροφήματα. Η επιλογή του ροφήματος έχει σημασία κυρίως επειδή η στοματική υγεία επηρεάζεται καθημερινά από το τι καταναλώνουμε. Αναψυκτικά με ζάχαρη, χυμοί και άλλα όξινα ποτά μπορούν να συμβάλουν τόσο στην έκθεση των δοντιών σε οξέα όσο και στην ανάπτυξη τερηδόνας όταν περιέχουν ελεύθερα σάκχαρα. Το πράσινο τσάι βρίσκεται σε διαφορετική κατηγορία, καθώς περιέχει πολυφαινόλες και κατεχίνες, ενώ το σκέτο ρόφημα δεν περιέχει πρόσθετη ζάχαρη. Σύμφωνα με οδοντίατρο που μίλησε στο EatingWell, το pH του πράσινου τσαγιού βρίσκεται περίπου στο 6,5, δηλαδή πολύ κοντά στο ουδέτερο, γεγονός που το καθιστά λιγότερο επιβαρυντικό για το σμάλτο από πιο όξινα ροφήματα.
Το ενδιαφέρον για το πράσινο τσάι δεν περιορίζεται στη χαμηλή οξύτητά του. Το βασικό αντικείμενο μελέτης είναι οι πολυφαινόλες και κυρίως οι κατεχίνες, οι οποίες φαίνεται να επηρεάζουν τη δραστηριότητα βακτηρίων που συμμετέχουν στον σχηματισμό της οδοντικής πλάκας. Εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι η EGCG μπορεί να αναστέλλει την ανάπτυξη ορισμένων παθογόνων του στόματος, ενώ έχει μελετηθεί και για πιθανή επίδραση σε μηχανισμούς που σχετίζονται με τη φλεγμονή των ούλων. Τα δεδομένα από ανθρώπους είναι επίσης ενδιαφέροντα, αν και δεν επιτρέπουν ακόμη να θεωρηθεί το πράσινο τσάι οδοντιατρική θεραπεία. Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο Journal of Dental Sciences Review εξέτασε 18 τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες με συνολικά 870 συμμετέχοντες. Οι ερευνητές βρήκαν ενδείξεις ότι οι παρεμβάσεις με πράσινο τσάι μπορούσαν να βελτιώσουν ορισμένους δείκτες στοματικής υγιεινής και περιοδοντικής υγείας, μεταξύ άλλων την οδοντική πλάκα και ορισμένους δείκτες φλεγμονής των ούλων. Για την περιοδοντίτιδα καταγράφηκαν επίσης θετικές επιδράσεις σε παραμέτρους όπως το βάθος των θυλάκων.
Οι ίδιοι ερευνητές, ωστόσο, τόνισαν ότι τα αποτελέσματα των επιμέρους μελετών παρουσίαζαν σημαντική ετερογένεια και ότι η ποιότητα των διαθέσιμων δεδομένων δεν ήταν αρκετή ώστε το πράσινο τσάι να θεωρηθεί πρώτη επιλογή για την αντιμετώπιση ουλίτιδας, περιοδοντίτιδας ή τερηδόνας. Σε αρκετές από τις έρευνες χρησιμοποιήθηκαν εκχυλίσματα, στοματικά διαλύματα ή συγκεκριμένες παρασκευές κατεχινών και όχι απλώς ένα φλιτζάνι πράσινο τσάι. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτόματα ένα αποτέλεσμα από ένα εργαστηριακά ελεγχόμενο στοματικό διάλυμα στην καθημερινή κατανάλωση του ροφήματος.
Τι αλλάζει όταν το τσάι μένει χωρίς ζάχαρη
Ένα από τα πιο πρακτικά στοιχεία αφορά τον τρόπο κατανάλωσης. Το πράσινο τσάι έχει μεγαλύτερο νόημα για τη στοματική υγεία όταν πίνεται σκέτο, καθώς η προσθήκη ζάχαρης αυξάνει την ποσότητα των ελεύθερων σακχάρων που φτάνουν στα βακτήρια της στοματικής κοιλότητας και μπορούν να συμβάλουν στην παραγωγή οξέων και στην ανάπτυξη τερηδόνας. Η προσθήκη λεμονιού είναι διαφορετική περίπτωση, καθώς αυξάνει την οξύτητα του ροφήματος και επομένως αλλάζει το πλεονέκτημα που έχει ένα σχετικά ήπιο ως προς την οξύτητα ρόφημα. Υπάρχει πάντως και μια λιγότερο γνωστή πλευρά του τσαγιού. Τα φύλλα του φυτού Camellia sinensis περιέχουν φυσικά φθόριο, με τις συγκεντρώσεις στο έγχυμα να ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με την ποικιλία, την προέλευση, τον τρόπο παρασκευής και τον χρόνο εκχύλισης. Πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση διαπίστωσε μεγάλη διακύμανση στις συγκεντρώσεις φθορίου στα διάφορα τσάγια και επισήμανε ότι ορισμένα προϊόντα, ιδιαίτερα όταν καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες και παρασκευάζονται με παρατεταμένη εκχύλιση, μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στη συνολική πρόσληψη φθορίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να αποφεύγεται το πράσινο τσάι, αλλά ότι η στοματική υγεία δεν εξαρτάται από ένα μόνο ρόφημα ή συστατικό. Το σημαντικότερο παραμένει η καθημερινή απομάκρυνση της πλάκας με βούρτσισμα, η χρήση οδοντικού νήματος ή άλλων μέσων καθαρισμού ανάμεσα στα δόντια και ο τακτικός οδοντιατρικός έλεγχος. Το πράσινο τσάι μπορεί να αποτελεί μια καλή επιλογή μέσα σε αυτή τη συνολική εικόνα, όχι όμως υποκατάστατο της οδοντιατρικής φροντίδας.
Μάλιστα, μια νεότερη ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2025 κατέληξε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία υποστηρίζουν πιθανές αντιβακτηριακές, αντιφλεγμονώδεις και αντιοξειδωτικές δράσεις των συστατικών του πράσινου τσαγιού στη στοματική κοιλότητα, αλλά χρειάζονται περισσότερες καλά σχεδιασμένες κλινικές μελέτες για να επιβεβαιωθεί η πραγματική αποτελεσματικότητα και να καθοριστεί ποια μορφή και ποια ποσότητα είναι περισσότερο χρήσιμη.
Η σημερινή εικόνα, επομένως, είναι περισσότερο ενδιαφέρουσα παρά οριστική. Το πράσινο τσάι χωρίς ζάχαρη συνδυάζει χαμηλή οξύτητα με ενώσεις που έχουν μελετηθεί για τη δράση τους απέναντι στα βακτήρια και στη φλεγμονή των ούλων, ενώ τα κλινικά δεδομένα δείχνουν πιθανό όφελος κυρίως στην περιοδοντική υγεία. Ωστόσο, η έρευνα δεν έχει φτάσει στο σημείο να δικαιολογεί την αντιμετώπισή του ως θεραπεία για την τερηδόνα ή την περιοδοντίτιδα.
