Το αν ένα αναψυκτικό χωρίς ζάχαρη μπορεί να ενταχθεί σε μια προσπάθεια απώλειας βάρους χωρίς να υπονομεύει το αποτέλεσμα εξετάζει μια διετής τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή από το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, η οποία συνέκρινε απευθείας δύο επιλογές που συχνά βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές της συζήτησης για τα γλυκαντικά: το νερό και τα ποτά με μη θερμιδογόνα γλυκαντικά. Στη μελέτη συμμετείχαν 493 ενήλικες με υπέρβαρο ή παχυσαρκία, οι οποίοι εντάχθηκαν σε οργανωμένο πρόγραμμα διαχείρισης βάρους και τυχαιοποιήθηκαν είτε στην κατανάλωση νερού είτε σε εμπορικά διαθέσιμα αναψυκτικά με γλυκαντικά. Η παρέμβαση διήρκεσε συνολικά 104 εβδομάδες, με το πρώτο διάστημα να περιλαμβάνει ενεργή απώλεια βάρους και υποστηριζόμενη διατήρηση και τον τελευταίο χρόνο να γίνεται χωρίς τακτική υποστήριξη. Στο τέλος της διετίας, όσοι είχαν καταναλώσει τα αναψυκτικά με μη θερμιδογόνα γλυκαντικά είχαν χάσει κατά μέσο όρο 4,8 κιλά, ενώ η αντίστοιχη απώλεια στην ομάδα του νερού ήταν 3,7 κιλά. Η αριθμητική διαφορά των περίπου 1,1 κιλών, ωστόσο, δεν ήταν στατιστικά σημαντική, με αποτέλεσμα οι ερευνητές να καταλήξουν ότι οι δύο ομάδες ήταν ισοδύναμες ως προς τη μεταβολή του σωματικού βάρους μετά από 104 εβδομάδες. Το εύρημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δεν αφορά μόνο μια σύντομη περίοδο δίαιτας, αλλά και τη διατήρηση του βάρους κατά τον δεύτερο χρόνο, όταν οι συμμετέχοντες δεν είχαν πλέον την ίδια υποστήριξη από το πρόγραμμα.
Η διαφορά φάνηκε νωρίτερα, αλλά δεν κράτησε ως το τέλος
Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών, η εικόνα δεν ήταν ακριβώς ίδια. Η ομάδα των αναψυκτικών με γλυκαντικά παρουσίασε μεγαλύτερη απώλεια βάρους στην αρχική φάση και η διαφορά αυτή παρέμεινε και στις 52 εβδομάδες, αν και οι ερευνητές τη χαρακτηρίζουν ως μη κλινικά σημαντική. Στη συνέχεια, κατά τον δεύτερο χρόνο χωρίς συστηματική υποστήριξη, και οι δύο ομάδες ανέκτησαν ένα μέρος του βάρους που είχαν χάσει, με αποτέλεσμα στο τέλος των 104 εβδομάδων να μην υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ τους. Η μελέτη επομένως δεν έδειξε ότι τα αναψυκτικά με γλυκαντικά είναι καλύτερα από το νερό για την απώλεια βάρους, αλλά ότι, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της δοκιμής, δεν φάνηκαν να οδηγούν σε χειρότερο μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα.
Παράλληλα, οι συμμετέχοντες και στις δύο ομάδες παρουσίασαν μειώσεις στην περίμετρο της μέσης και των γοφών, ενώ καταγράφηκαν βελτιώσεις σε ορισμένους δείκτες της σύστασης του σώματος και του μεταβολισμού. Στην υποομάδα στην οποία πραγματοποιήθηκαν πιο λεπτομερείς μετρήσεις σύστασης σώματος, οι μειώσεις της λιπώδους και της άλιπης μάζας δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων. Οι ερευνητές δεν βρήκαν επίσης ενδείξεις ότι η κατανάλωση των συγκεκριμένων ποτών αύξησε την πείνα σε σχέση με το νερό. Ωστόσο, ορισμένες μεταβολικές παράμετροι παρουσίασαν στατιστικά διαφορετικές μεταβολές μεταξύ των ομάδων, γεγονός που σημαίνει ότι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να συνοψιστεί απλώς στη φράση «τα αναψυκτικά είναι ίδια με το νερό».
Τα ποτά που χρησιμοποιήθηκαν στη δοκιμή περιείχαν ασπαρτάμη, ακεσουλφάμη-Κ ή σουκραλόζη, δηλαδή γλυκαντικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ευρέως σε προϊόντα χωρίς ή με μειωμένη ζάχαρη. Η κατανάλωσή τους στο πλαίσιο της μελέτης παρέμεινε εντός των υφιστάμενων ορίων ασφαλούς πρόσληψης. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων έχει διατηρήσει για την ασπαρτάμη αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη 40 mg ανά κιλό σωματικού βάρους, ενώ για την ακεσουλφάμη-Κ έχει οριστεί στα 15 mg ανά κιλό. Για τη σουκραλόζη, η EFSA επιβεβαίωσε το 2026 το όριο των 15 mg ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως για τις εγκεκριμένες χρήσεις της.
Το αποτέλεσμα δεν σημαίνει ότι τα αναψυκτικά προτείνονται αντί για το νερό
Η ερμηνεία της μελέτης χρειάζεται προσοχή, ιδιαίτερα επειδή η συζήτηση για τα γλυκαντικά δεν έχει κλείσει. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν συστήνει τη χρήση μη σακχαρούχων γλυκαντικών ως μέσο ελέγχου του σωματικού βάρους, καθώς η σχετική σύσταση βασίζεται σε ευρύτερη αξιολόγηση των διαθέσιμων δεδομένων και όχι μόνο σε τυχαιοποιημένες δοκιμές. Η σύσταση του ΠΟΥ είναι υπό όρους, καθώς αναγνωρίζεται ότι τα δεδομένα από παρατηρητικές μελέτες μπορεί να επηρεάζονται από συγχυτικούς παράγοντες.
Αυτό ακριβώς κάνει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ενδιαφέρον, χωρίς όμως να μετατρέπει τα αναψυκτικά διαίτης σε «υγιεινή» επιλογή. Η δοκιμή απαντά σε ένα περιορισμένο ερευνητικό ερώτημα και δεν συγκρίνει συνολικά την ποιότητα μιας διατροφής που περιλαμβάνει νερό με εκείνης που περιλαμβάνει συστηματικά αναψυκτικά με γλυκαντικά. Το νερό παραμένει η απλούστερη επιλογή για ενυδάτωση, χωρίς γλυκαντικά και χωρίς την ανάγκη να διατηρείται η προτίμηση για έντονα γλυκιά γεύση. Ούτε η συγκεκριμένη μελέτη ούτε τα αποτελέσματά της αποτελούν σύσταση να αντικατασταθεί το νερό με αναψυκτικά χωρίς ζάχαρη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι η μελέτη δεν αφορούσε ανθρώπους που απλώς αποφάσισαν να πίνουν καθημερινά ένα αναψυκτικό διαίτης και περίμεναν να χάσουν βάρος. Όλοι οι συμμετέχοντες συμμετείχαν σε δομημένο πρόγραμμα συμπεριφορικής διαχείρισης βάρους, με διατροφική καθοδήγηση, εβδομαδιαίες συναντήσεις στην αρχική φάση και στη συνέχεια μηνιαία υποστήριξη. Επομένως, η απώλεια των 3,7 και 4,8 κιλών δεν μπορεί να αποδοθεί στο νερό ή στα γλυκαντικά από μόνα τους. Η συνολική παρέμβαση ήταν αυτή που περιλάμβανε την προσπάθεια απώλειας και διατήρησης του βάρους.
Υπάρχει, τέλος, ένας σημαντικός περιορισμός που δεν πρέπει να παραβλέπεται. Από τους 493 ανθρώπους που ξεκίνησαν τη δοκιμή, μόλις 220 έφτασαν στην αξιολόγηση των 104 εβδομάδων, δηλαδή 117 στην ομάδα του νερού και 103 στην ομάδα των αναψυκτικών με γλυκαντικά. Οι ίδιοι οι ερευνητές αναφέρουν τη χαμηλή ολοκλήρωση της διετούς παρακολούθησης ως περιορισμό της μελέτης, μαζί με το γεγονός ότι η δοκιμή πραγματοποιήθηκε σε ένα μόνο κέντρο στην Αγγλία. Επιπλέον, η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από την American Beverage Association, παρότι οι ερευνητές δηλώνουν ότι είχαν ανεξαρτησία στον σχεδιασμό, την ανάλυση και την παρουσίαση των αποτελεσμάτων.
Το πιο χρήσιμο συμπέρασμα, επομένως, δεν είναι ότι τα αναψυκτικά χωρίς ζάχαρη «κάνουν καλό» στην απώλεια βάρους. Είναι ότι σε αυτή τη συγκεκριμένη διετή τυχαιοποιημένη δοκιμή δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην απώλεια και διατήρηση του βάρους μεταξύ νερού και ποτών με μη θερμιδογόνα γλυκαντικά, ενώ και οι δύο ομάδες κατάφεραν να διατηρήσουν μέρος της απώλειας βάρους τους σε βάθος δύο ετών. Το εύρημα προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στη συζήτηση για τα γλυκαντικά, αλλά δεν αναιρεί τις συστάσεις για περιορισμό της υπερβολικά γλυκιάς γεύσης στη διατροφή ούτε μετατρέπει τα αναψυκτικά σε προτιμητέα επιλογή έναντι του νερού.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό British Journal of Nutrition.