Δεν είναι όλες οι μορφές της βιταμίνης D ίδιες, και μια μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών αποκαλύπτει μια απρόσμενη σχέση μεταξύ τους. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Surrey, το John Innes Centre και το Quadram Institute Bioscience διαπίστωσαν ότι η λήψη βιταμίνης D2 μπορεί να μειώνει τα επίπεδα της βιταμίνης D3 στον οργανισμό, παρότι και οι δύο μορφές μπορούν να αυξήσουν συνολικά τα επίπεδα βιταμίνης D. Το εύρημα επανήλθε στο προσκήνιο με νέα ενημέρωση του Πανεπιστημίου του Surrey στις 8 Οκτωβρίου 2026.
Η διάκριση έχει σημασία, επειδή η D2 και η D3 συχνά αντιμετωπίζονται ως σχεδόν ισοδύναμες μορφές της ίδιας βιταμίνης. Η D2, γνωστή ως εργοκαλσιφερόλη, παράγεται κυρίως από μύκητες και ζύμες, ενώ η D3, γνωστή ως χοληκαλσιφερόλη, είναι η μορφή που παράγει φυσιολογικά το ανθρώπινο δέρμα όταν εκτίθεται στην υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου. Και οι δύο μετατρέπονται στον οργανισμό σε μορφές που συμμετέχουν στη ρύθμιση του ασβεστίου και της υγείας των οστών, όμως τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η D3 είναι γενικά αποτελεσματικότερη στην αύξηση και διατήρηση των επιπέδων βιταμίνης D στο αίμα.
Η D2 συνδέθηκε με σημαντική πτώση της D3
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Nutrition Reviews, συγκέντρωσε στοιχεία από 20 μελέτες, από τις οποίες οι 11 ήταν κατάλληλες για την κύρια μετα-ανάλυση. Όταν οι ερευνητές συνέκριναν ανθρώπους που έλαβαν συμπληρώματα D2 με ομάδες ελέγχου, διαπίστωσαν ότι η συγκέντρωση της 25-υδροξυβιταμίνης D3, της βασικής μορφής που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της κατάστασης της βιταμίνης D στο αίμα, ήταν σημαντικά χαμηλότερη στους συμμετέχοντες που έλαβαν D2. Η διαφορά ήταν περίπου 18 nmol/L χαμηλότερη όταν συγκρίθηκαν τα επίπεδα στο τέλος των δοκιμών και περίπου 9 nmol/L χαμηλότερη όταν εξετάστηκε η μεταβολή των επιπέδων κατά τη διάρκεια των μελετών. Το αποτέλεσμα ήταν στατιστικά σημαντικό και οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η παρουσία του σε τυχαιοποιημένες μελέτες υποστηρίζει αιτιώδη σχέση μεταξύ της λήψης D2 και της πτώσης της 25(OH)D3. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η βιταμίνη D2 αφαιρεί τη βιταμίνη D από τον οργανισμό ή ότι είναι άχρηστη. Η D2 αυξάνει τη δική της μορφή, την 25(OH)D2, και συνεπώς μπορεί να συμβάλει στη συνολική κατάσταση βιταμίνης D. Το εύρημα αφορά κυρίως την παράλληλη μείωση της D3 και δημιουργεί ερωτήματα για το πώς οι δύο μορφές αλληλεπιδρούν στον μεταβολισμό.
Οι ερευνητές δεν γνωρίζουν ακόμη με βεβαιότητα τον μηχανισμό. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι όταν αυξάνονται τα παράγωγα της βιταμίνης D, ο οργανισμός ενεργοποιεί μηχανισμούς για την ταχύτερη διάσπαση και απομάκρυνσή τους. Με αυτόν τον τρόπο, η αύξηση της D2 ενδέχεται να επιταχύνει την απομάκρυνση της ήδη υπάρχουσας 25(OH)D3. Πρόκειται όμως για υπόθεση και απαιτούνται νέες μελέτες για να αποσαφηνιστεί η βιολογική διαδικασία.
Η D3 φαίνεται να έχει πλεονέκτημα, αλλά όχι επειδή η D2 είναι επικίνδυνη
Η διαφορά μεταξύ των δύο μορφών φαίνεται και σε άλλες έρευνες. Προηγούμενες μετα-αναλύσεις έχουν δείξει ότι η D3 είναι αποτελεσματικότερη από την D2 στην αύξηση και διατήρηση της συνολικής κατάστασης βιταμίνης D. Παράλληλα, νεότερη μετα-ανάλυση του 2026, η οποία περιέλαβε 26 τυχαιοποιημένες μελέτες για τη D2, διαπίστωσε ότι η D2 μπορεί να μειώνει την παραθορμόνη και να αυξάνει ελαφρά τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Υπάρχει επίσης ενδιαφέρον για πιθανές διαφορές στη λειτουργία του ανοσοποιητικού. Προηγούμενη μελέτη στο Frontiers in Immunology είχε δείξει διαφορετικές επιδράσεις των D2 και D3 στη γονιδιακή δραστηριότητα των κυττάρων του αίματος, με την D3 να συνδέεται με εντονότερη ενεργοποίηση μονοπατιών που σχετίζονται με τη σηματοδότηση των ιντερφερονών τύπου Ι. Οι ιντερφερόνες αποτελούν μέρος της πρώτης γραμμής άμυνας του οργανισμού απέναντι σε ιούς και βακτήρια. Οι ερευνητές, ωστόσο, τονίζουν ότι τέτοιες αλλαγές στη γονιδιακή δραστηριότητα δεν αποδεικνύουν ότι η λήψη D3 προλαμβάνει λοιμώξεις και χρειάζονται μεγαλύτερες κλινικές μελέτες για να διαπιστωθεί αν υπάρχει πραγματικό όφελος στην υγεία.
Το βασικό ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η μείωση της D3 που παρατηρείται μετά τη λήψη D2 έχει τελικά ουσιαστικές συνέπειες για την υγεία. Μέχρι σήμερα υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι δύο μορφές δεν είναι μεταβολικά απολύτως ισοδύναμες, όμως δεν έχει αποδειχθεί ότι η D2 προκαλεί βλάβη επειδή μειώνει την D3. Η επιλογή συμπληρώματος εξαρτάται και από τις ανάγκες κάθε ανθρώπου, ενώ η έλλειψη βιταμίνης D και η κατάλληλη μορφή και δόση συμπληρώματος είναι ζητήματα που πρέπει να αξιολογούνται εξατομικευμένα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Το «τέλος» του ολόκληρου κοτόπουλου: Γιατί οι καταναλωτές προτιμούν τα παρασκευάσματα αγνοώντας τους κινδύνους
- Ανακαλούνται χύμα καρότα με μη εγκεκριμένο φυτοφάρμακο – Έχει ταξινομηθεί ως τοξικό για την αναπαραγωγή και ύποπτο για καρκινογόνο δράση
- Πανετόνε: Ακόμη δεν μπήκαν στα ράφια και αποσύρονται – Το πρόβλημα ανάπτυξης μούχλας στα αρτοσκευάσματα ακόμη και πριν την ημερομηνία λήξης
- Τέλος τα μετρητά στις πληρωμές των courier – Τι προβλέπει το νομοσχέδιο και ποιο πρόστιμο προβλέπεται για όσους δέχονται μετρητά