Η γαλλική υπηρεσία ασφάλειας τροφίμων ANSES, σε μία νέα γνωμοδότηση, αξιολόγησε τις ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέονται με την κατανάλωση τριών ειδών μανιταριών που υπάρχουν σε συμπληρώματα διατροφής. Η εξέταση -δείτε παρακάτω ολόκληρο το έγγραφο- αφορούσε τόσο δημοσιευμένες επιστημονικές μελέτες όσο και αναφορές περιστατικών στα συστήματα επιτήρησης, με έμφαση στα συμπληρώματα που περιέχουν μανιτάρια shiitake, reishi και maitake και κυκλοφορούν στην αγορά.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ πωλούσε γάλα 8 μήνες μετά την ανάκλησή του λόγω επικίνδυνης τοξίνης
Από το 2009 έως το 2024 καταγράφηκαν στο γαλλικό σύστημα διατροφικής επαγρύπνησης 38 περιστατικά ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη λήψη συμπληρωμάτων με τουλάχιστον ένα από τα τρία μανιτάρια. Η επιστημονική αξιολόγηση περιέλαβε 66 δημοσιεύσεις, με κλινικά περιστατικά, μελέτες σε ανθρώπους, πειραματικές έρευνες σε ζώα και εργαστηριακά δεδομένα. Οι αναφορές εξετάστηκαν ως ενδείξεις πιθανών κινδύνων, χωρίς να επιτρέπουν εκτίμηση της συχνότητάς τους στον γενικό πληθυσμό που καταναλώνει τα συγκεκριμένα προϊόντα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Η επικίνδυνη τοστιέρα εξακολουθεί να πωλείται στην Ελλάδα παρά τις απανωτές Ευρωπαϊκές προειδοποιήσεις
Για το shiitake, που επιστημονικά ονομάζεται Lentinula edodes, η ANSES περιγράφει περίπου εκατό περιστατικά χαρακτηριστικής δερματίτιδας μετά από κατανάλωση ωμών ή ανεπαρκώς μαγειρεμένων μανιταριών. Το εξάνθημα μπορεί να συνοδεύεται από έντονο κνησμό και γραμμικές δερματικές βλάβες. Στη βιβλιογραφία αναφέρονται επίσης σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, οισοφαγίτιδα με ηωσινόφιλα και πεπτικές ενοχλήσεις. Παρόμοια δερματική αντίδραση καταγράφηκε και μετά τη λήψη συμπληρώματος διατροφής με shiitake, όπως σημειώνει η γνωμοδότηση.
Στην περίπτωση του reishi, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που περιγράφονται στη βιβλιογραφία και στις αναφορές επιτήρησης αφορούν κυρίως το ήπαρ. Έχουν δημοσιευθεί επίσης ανησυχητικά περιστατικά πανκυτταροπενίας, δηλαδή μείωσης διαφορετικών κατηγοριών κυττάρων του αίματος. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα γονοτοξικότητας παραμένουν ανεπαρκή. Χρειάζονται πρόσθετες μελέτες με σαφώς προσδιορισμένα εκχυλίσματα, ώστε να αξιολογηθούν πληρέστερα οι πιθανές επιδράσεις στην υγεία και να περιοριστούν οι επιστημονικές αβεβαιότητες.
Για το maitake, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ακόμη πιο περιορισμένα. Η γνωμοδότηση καταγράφει δύο περιστατικά: μία τροφική αλλεργία με συμπτώματα από την περιοχή του αυτιού, της μύτης και του λαιμού και μία περίπτωση αυξημένων ηωσινοφίλων με πεπτικές εκδηλώσεις. Το δεύτερο περιστατικό συνδέθηκε με συμπλήρωμα διατροφής. Η ANSES επισημαίνει παράλληλα την έλλειψη επαρκών τοξικολογικών μελετών για το συγκεκριμένο μανιτάρι και τις διαφορετικές μορφές κατανάλωσής του.
Ιδιαίτερη δυσκολία στην αξιολόγηση προκαλεί η ταυτοποίηση των ειδών. Οι εμπορικές ονομασίες reishi και maitake μπορεί να χρησιμοποιούνται για διαφορετικά μανιτάρια, με διαφορετική χημική σύσταση. Η ANSES ζητεί γενετική ταυτοποίηση, ακριβείς επιστημονικές ονομασίες και αναλυτική περιγραφή των εκχυλισμάτων, της επεξεργασίας και των θερμικών χειρισμών. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η σύνδεση ενός ανεπιθύμητου συμβάντος με συγκεκριμένο είδος παραμένει επιστημονικά αβέβαιη και για τους ερευνητές.
Η γνωμοδότηση προειδοποιεί επίσης για πιθανές αλληλεπιδράσεις με φάρμακα. Για το maitake δεν μπορεί να αποκλειστεί αλληλεπίδραση με αντιπηκτικά, ενώ για το reishi εξετάζονται επιπλέον αντιαιμοπεταλιακά, υπογλυκαιμικά, υπολιπιδαιμικά, ανοσοκατασταλτικά και αντικαρκινικά φάρμακα. Λόγω έλλειψης δεδομένων, οι ειδικοί αποθαρρύνουν τη χρήση συμπληρωμάτων με οποιοδήποτε από τα τρία μανιτάρια από εγκύους, θηλάζουσες, παιδιά και εφήβους, ανεξάρτητα από την εμπορική τους παρουσίαση ή τις διαφημιζόμενες ιδιότητές τους.
Η ANSES ζητεί εναρμόνιση των ευρωπαϊκών κανόνων για τα είδη, τα χρησιμοποιούμενα μέρη, τις δόσεις και τις προειδοποιήσεις των συμπληρωμάτων μανιταριών. Προς τους καταναλωτές συνιστά προηγούμενη συμβουλή επαγγελματία υγείας, αποφυγή παρατεταμένης χρήσης και ταυτόχρονης λήψης πολλών συμπληρωμάτων. Προτείνει ακόμη επιλογή καλύτερα ελεγχόμενων δικτύων διάθεσης, ενημέρωση γιατρών και φαρμακοποιών και αναφορά κάθε ύποπτης ανεπιθύμητης ενέργειας στο αρμόδιο σύστημα επιτήρησης, ώστε να συγκεντρώνονται περισσότερα δεδομένα.