1 στα 8 σκυλιά στην Ελλάδα νοσεί με λεισμανίαση – Κρίσιμη η ενημέρωση των ιδιοκτητών, η πρόληψη και η επιτήρηση
Η λεισμανίαση στα σκυλιά, μια νόσος που συνδέεται με σοβαρές επιπτώσεις και στον άνθρωπο, παρουσιάζει αυξητική τάση στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, όπως δείχνει νέα συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Pathogens. Η μελέτη, που κάλυψε την περίοδο 2015–2024 και ανέλυσε δεδομένα από 14 ευρωπαϊκές χώρες, καταγράφει ότι οι υψηλότερες τιμές επιπολασμού εντοπίζονται στη νότια Ευρώπη, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις πλέον ενδημικές περιοχές.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η μέση εκτιμώμενη συχνότητα λεισμανίασης στα σκυλιά στην Ελλάδα ανέρχεται σε 12,3%, με το εύρος εμπιστοσύνης (95% CI) να κυμαίνεται μεταξύ 11,07% και 13,53%. Το ποσοστό αυτό είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, μετά την Ιταλία (23,3%) και πριν από την Πορτογαλία. Σε μεγάλες επιδημιολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα, η μέση οροθετικότητα υπολογίστηκε σε 22,09% σε δείγμα 5.772 σκύλων από 43 νομούς. Παράλληλα, εντοπίστηκαν δέκα είδη φλεβοτόμων (σκνιπών), φορέων του παρασίτου, τόσο στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική Ελλάδα, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνεχή κυκλοφορία του παθογόνου.
Η νόσος οφείλεται στο παράσιτο Leishmania infantum, που μεταδίδεται μέσω τσιμπήματος μολυσμένων θηλυκών σκνιπών του γένους Phlebotomus. Στους σκύλους, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν απώλεια βάρους, δερματικές αλλοιώσεις, λεμφαδενοπάθεια, προβλήματα στα μάτια και αναιμία. Εκτός από τη σημασία της για την υγεία των ζώων, η λεισμανίαση αποτελεί και σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας, καθώς τα σκυλιά λειτουργούν ως κύριοι ξενιστές και δεξαμενές μετάδοσης της νόσου στον άνθρωπο.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η εξάπλωση της νόσου στην Ευρώπη συνδέεται με την κλιματική αλλαγή, η οποία δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάπτυξη και διασπορά των φορέων. Η αύξηση της θερμοκρασίας και η επέκταση των θερμότερων ζωνών προς τον βορρά έχουν οδηγήσει στην εμφάνιση σκνιπών και περιστατικών σε περιοχές όπου η λεισμανίαση δεν είχε παρατηρηθεί παλαιότερα, όπως η νότια Γερμανία, η Ελβετία και η Αυστρία.
Στην Ελλάδα, η ασθένεια παραμένει σταθερά ενδημική, με κρούσματα τόσο σε ζώα όσο και σε ανθρώπους, κυρίως σε αγροτικές και ημι-αστικές περιοχές. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάγκη ενίσχυσης των προγραμμάτων επιτήρησης και ελέγχου, ιδίως μέσω συνεργασίας μεταξύ κτηνιατρικών και υγειονομικών αρχών. Στην Κρήτη, για παράδειγμα, έχουν εφαρμοστεί προγράμματα παρακολούθησης και εμβολιασμού, που δείχνουν θετικά αποτελέσματα στη μείωση των κρουσμάτων.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που προκαλούν οι διαφορετικές διαγνωστικές μέθοδοι. Οι ορολογικές δοκιμές (όπως ELISA και IFAT) εμφανίζουν ευρεία διακύμανση στα αποτελέσματα, από 0% έως 54%, ενώ οι μοριακές τεχνικές (PCR) μπορούν να ανιχνεύσουν ακόμη υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης. Αυτό σημαίνει ότι τα πραγματικά ποσοστά ενδέχεται να είναι υψηλότερα από αυτά που αποτυπώνονται στις επίσημες καταγραφές.
Οι ερευνητές προτείνουν τη δημιουργία ενός ενοποιημένου συστήματος επιτήρησης στην Ευρώπη, με κοινά πρωτόκολλα διάγνωσης, ανταλλαγή δεδομένων και συντονισμένες δράσεις μεταξύ χωρών. Για την Ελλάδα, όπου η παρουσία του παρασίτου είναι διαχρονική και εκτεταμένη, η μελέτη επισημαίνει ότι ο συνδυασμός προληπτικού ελέγχου, τακτικών εξετάσεων και ενημέρωσης των ιδιοκτητών κατοικίδιων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον περιορισμό της λεισμανίασης στο πλαίσιο της προσέγγισης “One Health”.
