Νέα επιστημονική αποτίμηση καταγράφει επιμένοντες κινδύνους για το ήπαρ, το νευρικό και το αναπαραγωγικό σύστημα
Κατά την αξιολόγηση της κανναβιδιόλης (CBD) ως νέο τρόφιμο, η αρμόδια ομάδα NDA της EFSA, είχε ήδη εντοπίσει από το 2022 σημαντικές ελλείψεις σε δεδομένα που αφορούν την ασφάλειά της. Οι ανησυχίες επικεντρώνονται σε πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις στο ήπαρ, το γαστρεντερικό σύστημα, το ενδοκρινικό, το νευρικό και το αναπαραγωγικό σύστημα. Πρόσφατη βιβλιογραφική ανασκόπηση, που κάλυψε μελέτες σε ζώα και ανθρώπους έως τον Ιούνιο του 2024, επιβεβαίωσε ότι τα κενά αυτά παραμένουν.
Τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων EFSA παρουσιάζουν μεθοδολογικούς περιορισμούς, όπως μη τυποποιημένα πρωτόκολλα, μικρή διάρκεια και ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα, καθιστώντας δύσκολη την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων για τη γενική ασφάλεια της ουσίας. Οι φαρμακοκινητικές μελέτες επιβεβαίωσαν ότι η βιοδιαθεσιμότητα της CBD παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις και επηρεάζεται άμεσα από τη μορφή χορήγησης και τη λήψη τροφής. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ικανότητα της ουσίας να διαπερνά τον πλακούντα και να συσσωρεύεται συστηματικά στον οργανισμό. Μελέτες σε ζώα έδειξαν συνεπή ηπατική τοξικότητα, με μεταβολές στο βάρος του ήπατος και ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις. Αντίστοιχα, δοκιμές σε ανθρώπους υπέδειξαν πιθανή ηπατοτοξική δράση, η οποία εντείνεται ιδιαίτερα όταν η CBD χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες φαρμακευτικές αγωγές, δημιουργώντας κινδύνους αλληλεπιδράσεων.
Πέρα από το ήπαρ, παρατηρήθηκαν επιπτώσεις στο γαστρεντερικό σύστημα σε υψηλές δόσεις, ενώ τα δεδομένα για τη νευρολογική και ψυχιατρική ασφάλεια παραμένουν ανεπαρκή. Η έλλειψη στοχευμένων μελετών για την ανοσοτοξικότητα αποτελεί ένα επιπλέον ζήτημα, καθώς η αλληλεπίδραση της CBD με τις ανοσολογικές οδούς απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και περαιτέρω διερεύνηση. Η πολυπλοκότητα των δράσεων της ουσίας στον οργανισμό καθιστά αναγκαία την αυστηρή τήρηση των ορίων κατανάλωσης.
Επιπτώσεις στην αναπαραγωγή και το ενδοκρινικό σύστημα
Οι μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγή ενίσχυσαν τις ανησυχίες της επιστημονικής ομάδας. Παρατηρήθηκαν νευροαναπτυξιακές επιδράσεις μετά από προγεννητική έκθεση, οι οποίες υποδηλώνουν μακροχρόνιες και εξαρτώμενες από το φύλο συνέπειες. Επιπλέον, καταγράφηκαν ενδοκρινικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένων αλλαγών στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών και ιστοπαθολογικών αλλοιώσεων στα επινεφρίδια. Αυτά τα ευρήματα καθιστούν σαφές ότι η CBD επηρεάζει βασικούς ρυθμιστικούς μηχανισμούς του σώματος, γεγονός που απαιτεί αυξημένη επαγρύπνηση. Η Επιστημονική Ομάδα προχώρησε σε μοντελοποίηση δόσης αναφοράς, βασιζόμενη σε υποχρόνιες μελέτες που πληρούν τα πρότυπα Ορθής Εργαστηριακής Πρακτικής (GLP). Εφαρμόζοντας έναν συντελεστή αβεβαιότητας 400, προέκυψε μια προσωρινή δόση ασφαλείας 0,0275 mg ανά κιλό σωματικού βάρους την ημέρα. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 2 mg ημερησίως για έναν ενήλικα 70 κιλών, μια ποσότητα πολύ χαμηλότερη από αυτή που συναντάται συχνά σε διάφορα σκευάσματα της αγοράς.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η παραπάνω προσωρινή δόση ασφαλείας ισχύει αποκλειστικά για σκευάσματα συμπληρωμάτων διατροφής με καθαρότητα CBD ≥ 98%, χωρίς την παρουσία νανοσωματιδίων. Επίσης, η δόση αυτή αφορά μόνο προϊόντα για τα οποία η παραγωγική διαδικασία θεωρείται ασφαλής και έχει αποκλειστεί το ενδεχόμενο γονοτοξικότητας. Οποιαδήποτε απόκλιση από αυτές τις προδιαγραφές καθιστά τη δόση αναφοράς μη εφαρμόσιμη και αυξάνει την αβεβαιότητα ως προς την ασφάλεια του προϊόντος. Οι επιστήμονες της EFSA θα επανεξετάσουν το προσωρινό ασφαλές επίπεδο όταν θα είναι διαθέσιμα τα απαιτούμενα τοξικολογικά ή/και ανθρώπινα δεδομένα, είτε από τους αιτούντες είτε από δημοσιευμένες έρευνες.