Η παγκόσμια γεωργία εξαρτάται σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό από έναν περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και διάθεση βασικών αγροτικών εφοδίων. Σπόροι, φυτοπροστατευτικά προϊόντα, λιπάσματα και γεωργικά μηχανήματα αποτελούν αγορές στις οποίες η συγκέντρωση έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, περιορίζοντας σε αρκετές περιπτώσεις τον αριθμό των μεγάλων διαθέσιμων προμηθευτών για τους παραγωγούς. Η τάση αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο νέας ανάλυσης του Swissinfo, η οποία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές έχουν αλλάξει την παγκόσμια αγροτική αγορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Η ελβετική Syngenta ανακοίνωσε για το 2025 έσοδα 13,7 δισ. δολαρίων, περίπου 11,3 δισ. ελβετικών φράγκων, μόνο από την πώληση προϊόντων φυτοπροστασίας, ποσό αυξημένο κατά 4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, η εταιρεία είχε καταχωρίσει, επανακαταχωρίσει ή επεκτείνει την έγκριση για σχεδόν 1.800 προϊόντα φυτοπροστασίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ρύζι ή πατάτες για το σάκχαρο; Τι δείχνει η σύγκριση των δύο τροφών
Η αγορά των σπόρων συγκεντρώνεται σε λιγότερες εταιρείες
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η μεταβολή που έχει σημειωθεί στην αγορά των εμπορικών σπόρων. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η ανάλυση και προέρχονται από το ETC Group, οι δύο μεγαλύτερες εταιρείες ελέγχουν σήμερα σχεδόν το 40% της παγκόσμιας αγοράς εμπορικών σπόρων, ενώ πριν από περίπου μία δεκαετία οι δέκα μεγαλύτερες εταιρείες κατείχαν συνολικά αντίστοιχο μερίδιο. Η αλλαγή αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με μια σειρά μεγάλων συγχωνεύσεων και εξαγορών. Η εξαγορά της Monsanto από τη Bayer ολοκληρώθηκε το 2018, ενώ το 2019 δημιουργήθηκε η Corteva Agriscience από τη συνένωση των δραστηριοτήτων της Dow και της DuPont. Στον κλάδο των λιπασμάτων, η Potash Corporation και η Agrium δημιούργησαν τη Nutrien το 2018, ενώ η Syngenta πέρασε στην ChemChina το 2017 και στη συνέχεια εντάχθηκε στη Sinochem το 2022. Η συγκέντρωση δεν αφορά μόνο τους σπόρους και τα φυτοπροστατευτικά. Ο Robert Finger, καθηγητής αγροτικής οικονομίας και πολιτικής στο ETH Zurich, επισημαίνει ότι υψηλή συγκέντρωση καταγράφεται συνολικά στις αγορές αγροτικών εισροών, συμπεριλαμβανομένων των σπόρων, των φυτοφαρμάκων και των λιπασμάτων, ενώ ιδιαίτερα συγκεντρωμένη είναι και η αγορά γεωργικών μηχανημάτων.
Γιατί οι αγρότες έχουν λιγότερες επιλογές
Η συγκέντρωση των αγορών έχει πρακτικές συνέπειες για τους παραγωγούς, καθώς οι εταιρείες που διαθέτουν μεγάλα χαρτοφυλάκια προϊόντων και σημαντικούς πόρους για έρευνα, ανάπτυξη και διαδικασίες έγκρισης αποκτούν πλεονέκτημα έναντι μικρότερων ανταγωνιστών. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στα φυτοπροστατευτικά, όπου η ανάπτυξη ενός νέου προϊόντος και η διαδικασία έγκρισής του μπορεί να απαιτούν πολλά χρόνια και σημαντικές επενδύσεις. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, ο αριθμός των εγκεκριμένων δραστικών ουσιών φυτοπροστατευτικών προϊόντων έχει μειωθεί από περισσότερες από 1.000 σε περίπου 500 τα τελευταία 25 χρόνια. Η έγκριση ενός νέου φυτοπροστατευτικού μπορεί να χρειαστεί επτά έως δέκα χρόνια και ισχύει για μέγιστο διάστημα 15 ετών. Για τις μεγάλες εταιρείες που διαθέτουν ήδη εκτεταμένα χαρτοφυλάκια, η δυνατότητα επανέγκρισης και επέκτασης των υφιστάμενων προϊόντων αποτελεί επομένως σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ο Max Koppenberg, επίκουρος καθηγητής οικονομικών επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Wageningen, επισημαίνει ότι οι μεγάλες επενδύσεις που απαιτούνται για την ανάπτυξη νέων προϊόντων, οι μακροχρόνιες διαδικασίες ανάπτυξης και έγκρισης και η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας δημιουργούν υψηλά εμπόδια εισόδου για νέες επιχειρήσεις. Οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές μπορούν, σύμφωνα με τον ίδιο, να προσφέρουν στις μεγάλες εταιρείες οικονομίες κλίμακας και συνέργειες στην έρευνα και ανάπτυξη.
Η συγκέντρωση συνεχίζεται και μετά το αγρόκτημα, καθώς υψηλός βαθμός συγκέντρωσης παρατηρείται και σε ορισμένες αγορές επεξεργασίας και λιανεμπορίου τροφίμων. Έτσι, οι παραγωγοί μπορεί να βρίσκονται ανάμεσα σε αγορές με περιορισμένο αριθμό μεγάλων προμηθευτών από τη μία πλευρά και περιορισμένο αριθμό ισχυρών αγοραστών από την άλλη. Ο Finger περιγράφει αυτή τη θέση ως ιδιαίτερα δύσκολη για τους αγρότες.
Οι μεγάλες εταιρείες και ο ανταγωνισμός
Η υψηλή συγκέντρωση μιας αγοράς δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει παράνομη μονοπωλιακή συμπεριφορά. Όπως επισημαίνει ο Koppenberg, μια αγορά μπορεί να είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένη χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Ως παράδειγμα αναφέρει το λιανεμπόριο τροφίμων, όπου σε αρκετές οικονομίες λίγες μεγάλες αλυσίδες κατέχουν σημαντικά μερίδια, αλλά εξακολουθούν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Η αντιμετώπιση πιθανών προβλημάτων ανταγωνισμού περνά επομένως από τους κανόνες περί ανταγωνισμού, τον έλεγχο των συγχωνεύσεων και τις πολιτικές που μπορούν να διευκολύνουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων στην αγορά. Στην περίπτωση της εξαγοράς της Monsanto από τη Bayer, οι αρχές ανταγωνισμού στις ΗΠΑ και την ΕΕ επέβαλαν σημαντικές προϋποθέσεις πριν εγκριθεί η συμφωνία, μεταξύ άλλων την πώληση δραστηριοτήτων σπόρων της Bayer στη BASF. Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η αγροτική παραγωγή εξαρτάται από μια σειρά αλληλένδετων αγορών. Η συγκέντρωση σε σπόρους, φυτοπροστατευτικά, λιπάσματα και μηχανήματα δεν σημαίνει ότι οι ίδιες εταιρείες ελέγχουν ολόκληρη την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων, δείχνει όμως ότι σημαντικά τμήματα της αλυσίδας εφοδιασμού των αγροτών βρίσκονται στα χέρια σχετικά περιορισμένου αριθμού επιχειρήσεων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Οι κωδικοί E στα τρόφιμα που «εκτοξεύουν» την πίεση μας και αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιοπάθειας – Αποκαλυπτική έρευνα σε 112.000 άτομα (πίνακας)
- Παιχνίδι από τα Temu μπορεί να προκαλέσει μόνιμη βλάβη στα μάτια των παιδιών – Επείγουσα ανάκληση (φωτογραφία)
- Ανακαλείται χυμός μήλου λόγω επικίνδυνης τοξίνης – Πώς τα «χτυπημένα» φρούτα μολύνουν την παραγωγή χυμών
- Αν παρατηρήσετε αυτό όταν πίνετε αλκοόλ, είναι σημάδι ότι το σώμα σας γερνάει
- Στo εδώλιο μεγάλη σοκολατοβιομηχανία για τα σοκολατάκια που δεν έμοιαζαν με τη φωτογραφία της συσκευασίας