Γερμανική μελέτη εξετάζει πώς ο ήλιος, το επάγγελμα και η καθημερινότητα επηρεάζουν τη βιταμίνη D σε δύο εντελώς διαφορετικούς χώρους εργασίας
Η ανεπάρκεια βιταμίνης D και οι συνέπειές της, ιδίως όσον αφορά τον μεταβολισμό των οστών, αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα και λαμβάνει διαστάσεις πανδημίας στη Δυτική κουλτούρα. Περίπου το 70% των Καναδών, το 40% των Αμερικανών και το 30% των Ευρωπαίων εμφανίζουν ανεπάρκεια βιταμίνης D. H ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ποιότητα ζωής και αυξημένο κόστος που προκαλείται από συναφείς ασθένειες όπως αυτοάνοσες διαταραχές ή ευθραυστότητα, ειδικά σε ασθενείς με υποβιταμίνωση.
Μια ενδιαφέρουσα μελέτη από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Κιέλου στη Γερμανία, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό BMC Public Health, φέρνει στο φως στοιχεία για τα επίπεδα βιταμίνης D σε δύο διαφορετικούς επαγγελματικούς κόσμους: το ιατρικό προσωπικό που εργάζεται κυρίως σε εσωτερικούς χώρους και τους εργαζόμενους στην καθαριότητα και την αποχέτευση, που περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας τους έξω. Ο στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν ο χώρος εργασίας – και κατά συνέπεια η έκθεση στον ήλιο – επηρεάζει τα επίπεδα βιταμίνης D, αλλά και αν αυτά σχετίζονται με την ποιότητα ζωής.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το 2021 και περιέλαβε 108 άτομα. Οι επιστήμονες μέτρησαν τα επίπεδα 25(OH)D, δηλαδή της κύριας μορφής της βιταμίνης D στο αίμα, δύο φορές μέσα στη χρονιά: μία τον Φεβρουάριο, στην καρδιά του χειμώνα, και μία τον Σεπτέμβριο, στο τέλος του καλοκαιριού. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με τη διατροφή, την έκθεση στον ήλιο, τη λήψη συμπληρωμάτων, καθώς και για την ποιότητα ζωής τους μέσα από το καθιερωμένο ερωτηματολόγιο SF-36.
Τα αποτελέσματα ήταν ενδεικτικά του ρόλου που παίζει η εποχή – και λιγότερο του επαγγέλματος. Τον Φεβρουάριο, δηλαδή τον χειμώνα, τα επίπεδα βιταμίνης D ήταν χαμηλά σχεδόν για όλους, με μέσο όρο 40 nmol/L. Η ανεπαρκής ηλιακή ακτινοβολία στο βόρειο γεωγραφικό πλάτος δεν επιτρέπει την επαρκή σύνθεση της βιταμίνης, ακόμα και σε όσους περνούν ώρες σε εξωτερικούς χώρους. Το ιατρικό προσωπικό – ειδικά όσοι εργάζονταν σε χειρουργεία και κλειστούς χώρους – είχε ελαφρώς χαμηλότερες τιμές από τους εργάτες καθαριότητας, ωστόσο η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Με απλά λόγια, όλοι είχαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D τον χειμώνα, ανεξαρτήτως επαγγέλματος.
Το καλοκαίρι, η εικόνα άλλαξε αισθητά. Ο μέσος όρος των επιπέδων ανέβηκε στα 68 nmol/L, δείχνοντας καθαρή βελτίωση σε όλες τις ομάδες. Οι εργάτες καθαριότητας παρουσίασαν τη μεγαλύτερη άνοδο, με μέση τιμή γύρω στα 78 nmol/L, ενώ το ιατρικό και διοικητικό προσωπικό του νοσοκομείου κινήθηκε γύρω στα 65–69 nmol/L. Αν και οι εξωτερικοί εργαζόμενοι είχαν μικρό πλεονέκτημα, στατιστικά οι διαφορές δεν θεωρήθηκαν σημαντικές. Το συμπέρασμα των ερευνητών ήταν ότι η εποχή έχει πολύ μεγαλύτερη επίδραση από το ίδιο το επάγγελμα.
Παρατηρήθηκε επίσης ότι όσοι συμμετέχοντες είχαν ταξιδέψει σε πιο ηλιόλουστες περιοχές ή λάμβαναν συμπληρώματα βιταμίνης D είχαν υψηλότερα επίπεδα στο αίμα τους. Η ηλικία και τα χρόνια προϋπηρεσίας φάνηκαν να σχετίζονται ελαφρώς με υψηλότερες τιμές τον χειμώνα, πιθανόν λόγω διαφορετικών συνηθειών ή καλύτερης παρακολούθησης υγείας. Άλλοι παράγοντες, όπως το φύλο, οι βάρδιες ή η διατροφή, δεν έδειξαν ουσιαστική επίδραση.
Στο κομμάτι της ποιότητας ζωής, οι ερευνητές δεν εντόπισαν μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων. Τα συνολικά αποτελέσματα του ερωτηματολογίου SF-36 ήταν παρόμοια με εκείνα του γενικού πληθυσμού, ωστόσο η αίσθηση κόπωσης ήταν πιο έντονη τον χειμώνα, ειδικά στα άτομα με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D. Αυτό φάνηκε πιο καθαρά στο ιατρικό προσωπικό, που εργάζεται συχνά σε κλειστά και απαιτητικά περιβάλλοντα.
Η μελέτη, αν και περιορισμένη σε μέγεθος, δείχνει καθαρά πως η έλλειψη βιταμίνης D είναι κοινό φαινόμενο, ανεξάρτητα από το είδος της εργασίας. Ακόμα και όσοι δουλεύουν σε εξωτερικούς χώρους δεν έχουν εξασφαλισμένη επάρκεια, ειδικά στους σκοτεινούς μήνες του χρόνου. Το μήνυμα των ερευνητών είναι ότι η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων και η ενημέρωση από γιατρούς εργασίας είναι απαραίτητη, ιδίως για επαγγέλματα με περιορισμένη έκθεση στο φως του ήλιου. Συνοψίζοντας, η διαφορά ανάμεσα στους γιατρούς και στους εργάτες καθαριότητας δεν βρίσκεται τόσο στην ποσότητα της βιταμίνης D, όσο στην εποχή και στις συνήθειες. Ο ήλιος εξακολουθεί να είναι ο βασικός παράγοντας, αλλά η ασφάλεια της επάρκειας χρειάζεται επίγνωση και φροντίδα — ανεξάρτητα από το επάγγελμα.
