Η μακροζωία μπορεί να μεταβιβαστεί χωρίς αλλαγές στο DNA, σύμφωνα με νέα επιστημονικά στοιχεία
Μια νέα μελέτη σε ένα μικροσκοπικό σκουλήκι που λέγεται C. elegans έδειξε ότι οι αλλαγές μέσα στα κύτταρα των γονιών, που σχετίζονται με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, μπορούν να περάσουν και στα παιδιά τους. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα λυσοσώματα – οργανίδια που μέχρι τώρα θεωρούνταν κυρίως “κέντρα ανακύκλωσης” του κυττάρου – παίζουν σημαντικό ρόλο και στη μακροζωία, αφήνοντας μάλιστα σημάδια που κληρονομούνται χωρίς να αλλάζει το DNA. H μελέτη δημοσιεύτηκε στο Science.
Η ερευνήτρια Meng Wang και η ομάδα της έδειξαν ότι όταν ενισχύουν τη δράση ενός ενζύμου στα λυσοσώματα, τα σκουλήκια ζουν έως και 60% περισσότερο. Το εντυπωσιακό όμως ήταν ότι ακόμα κι όταν αυτά τα σκουλήκια διασταυρώνονταν με «κανονικά» σκουλήκια, οι απόγονοι συνέχιζαν να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Το φαινόμενο αυτό φαινόταν να διατηρείται για αρκετές γενιές.
Η εξήγηση βρέθηκε σε μια ομάδα πρωτεϊνών που λέγονται ιστόνες. Οι ιστόνες βοηθούν να οργανώνεται το DNA, αλλά μπορούν και να φέρουν «επιγενετικά σημάδια», δηλαδή χημικές αλλαγές που ρυθμίζουν ποια γονίδια ενεργοποιούνται. Στη μελέτη φάνηκε ότι οι αλλαγές στα λυσοσώματα επηρεάζουν τις ιστόνες, και αυτές με τη σειρά τους μεταφέρουν την πληροφορία από τα σωματικά κύτταρα στα αναπαραγωγικά. Έτσι οι απόγονοι «κληρονομούν» τη μακροζωία, χωρίς να αλλάζει ο ίδιος ο γενετικός κώδικας.
Αυτό το εύρημα δείχνει ότι ο τρόπος που οι γονείς ανταποκρίνονται στο στρες, στη διατροφή ή σε άλλες περιβαλλοντικές επιδράσεις μπορεί να περάσει στα παιδιά τους μέσα από επιγενετικούς μηχανισμούς. Για παράδειγμα, η έρευνα συνδέει τη νηστεία και τις αλλαγές στον κυτταρικό μεταβολισμό με την παράταση της ζωής, και δείχνει πώς αυτές οι επιδράσεις μπορούν να μεταφερθούν στις επόμενες γενιές.
Η μελέτη ανοίγει τον δρόμο για καλύτερη κατανόηση του πώς εμπειρίες όπως ο υποσιτισμός ή η έκθεση σε ρύπους μπορούν να επηρεάσουν όχι μόνο το άτομο, αλλά και τους απογόνους του. Η ανακάλυψη ότι οι ιστόνες μπορούν να λειτουργήσουν σαν «αγγελιοφόροι» μεταξύ του σώματος και της βλαστικής γραμμής προσφέρει ένα νέο μηχανισμό για την κατανόηση της κληρονομικότητας και των διαγενεακών φαινομένων.