Καταγραφή περιστατικών λουομένων, μηχανισμός κάκωσης, καθυστερημένες λοιμώξεις και προβλήματα από παραμονή ακίδων στο δέρμα
Νέα μελέτη με αντικείμενο τους τραυματισμούς από αχινούς, καταγράφει με συστηματικό τρόπο τη συχνότητα, τα χαρακτηριστικά και τη διαχείριση ενός από τα πιο συνηθισμένα θαλάσσια ατυχήματα σε τουριστικές παραθαλάσσιες περιοχές. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Universidade Estadual Paulista μέσω της Ιατρικής Σχολής του Botucatu και του Τμήματος Δερματολογίας και Λοιμωξιολογίας στο Σάο Πάολο και δημοσιεύτηκε, στο επιστημονικό περιοδικό Revista da Sociedade Brasileira de Medicina Tropical, το επίσημο περιοδικό της Βραζιλιάνικης Εταιρείας Τροπικής Ιατρικής.
Παρότι η μελέτη διεξήχθη στη Βραζιλία, τα ευρήματά της έχουν άμεση συνάφεια και με την Ελλάδα. Οι ελληνικές ακτές χαρακτηρίζονται επίσης από εκτεταμένες βραχώδεις περιοχές και υψηλή συγκέντρωση αχινών σε ρηχά νερά, ιδιαίτερα σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς. Κατά τους θερινούς μήνες, οι τραυματισμοί από αχινούς αποτελούν συχνό λόγο προσέλευσης σε αγροτικά ιατρεία, κέντρα υγείας και τμήματα επειγόντων περιστατικών σε νησιά και παράκτιες περιοχές.
Η μελέτη βασίστηκε σε παρατήρηση και καταγραφή περιστατικών σε χρονικό διάστημα 24 μηνών σε παράκτια περιοχή της βόρειας ακτής του Σάο Πάολο, με επίκεντρο την πόλη Ubatuba, περιοχή με έντονη τουριστική δραστηριότητα και εκτεταμένες βραχώδεις ακτές. Συνολικά καταγράφηκαν 133 τραυματισμοί από θαλάσσια ζώα, εκ των οποίων οι 62 αφορούσαν αχινούς. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στο μισό του συνόλου των θαλάσσιων τραυματισμών που αντιμετωπίστηκαν σε τοπικό τμήμα επειγόντων περιστατικών, επιβεβαιώνοντας ότι οι αχινοί αποτελούν τη συχνότερη αιτία τραυματισμών λουομένων στη συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη.
Οι τραυματισμοί αφορούσαν κυρίως άνδρες και προκλήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά από το είδος Echinometra lucunter, τον μαύρο αχινό, ο οποίος δεν είναι δηλητηριώδης. Παρά την απουσία δηλητηρίου, οι τραυματισμοί χαρακτηρίζονται από έντονο τοπικό πόνο λόγω της διείσδυσης των ασβεστολιθικών ακίδων στο δέρμα. Η συντριπτική πλειονότητα των τραυμάτων εντοπίστηκε στα πέλματα των ποδιών, γεγονός που σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο πρόκλησης των ατυχημάτων, καθώς οι λουόμενοι πατούν πάνω σε αποικίες αχινών που βρίσκονται σε ρηχά νερά, ανάμεσα σε βράχια και λιμνοθάλασσες.
Η μελέτη καταγράφει ότι οι αποικίες αχινών συχνά δεν είναι ορατές, ιδιαίτερα όταν το νερό είναι θολό, αυξάνοντας τον κίνδυνο τραυματισμού. Ο αριθμός των ακίδων που διεισδύουν στο δέρμα ποικίλλει, από λίγες έως δεκάδες ή και εκατοντάδες σε πιο σοβαρά περιστατικά. Σε όλες τις περιπτώσεις παρατηρήθηκαν μαύρα σημεία στο δέρμα, ενδεικτικά της παρουσίας θραυσμάτων ακίδων ή χρωστικών υπολειμμάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις επιπλοκές που μπορεί να εμφανιστούν σε βάθος χρόνου. Αν και οι αρχικοί τραυματισμοί δεν προκαλούν συστηματικές αντιδράσεις, η παραμονή θραυσμάτων ακίδων στο δέρμα μπορεί να οδηγήσει σε δευτερογενείς βακτηριακές ή μυκητιασικές λοιμώξεις, καθώς και σε κοκκιώματα ξένου σώματος, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις απαιτούν χειρουργική αφαίρεση. Η μελέτη καταγράφει ότι οι επιπλοκές αυτές εμφανίζονται ημέρες ή και εβδομάδες μετά τον αρχικό τραυματισμό και συχνά δεν αντιμετωπίζονται σε επίπεδο επείγοντος περιστατικού αλλά σε μεταγενέστερη εξωνοσοκομειακή φροντίδα.
Στο θεραπευτικό σκέλος, η έρευνα συγκρίνει τη συνήθη μέθοδο αφαίρεσης ακίδων με βελόνες μεγάλου διαμετρήματος με μια εναλλακτική τεχνική που χρησιμοποιεί λεπτή λαβίδα τύπου ωρολογοποιού. Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι μεγαλύτερες ακίδες αφαιρούνται ευκολότερα και με σαφώς λιγότερο πόνο με τη χρήση της λαβίδας, ενώ τα μικρότερα θραύσματα συχνά αποβάλλονται από τον οργανισμό μέσω τοπικής φλεγμονώδους αντίδρασης. Η μέθοδος με λαβίδα δεν εξαλείφει πλήρως την ανάγκη παρακολούθησης, αλλά μειώνει τον άμεσο τραυματισμό και την ένταση του πόνου κατά την αρχική αντιμετώπιση.
Η μελέτη τεκμηριώνει ότι οι τραυματισμοί από αχινούς αποτελούν ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα δημόσιας υγείας σε παράκτιες τουριστικές περιοχές, με σαφή εποχικότητα και προβλέψιμα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα με κατάλληλη οργάνωση, πρόληψη και έγκαιρη θεραπευτική παρέμβαση. Τέλος η μελέτη επισημαίνει την ανάγκη συστηματικής χαρτογράφησης των επικίνδυνων σημείων, ενημέρωσης των λουομένων και υιοθέτησης πρακτικών μεθόδων άμεσης αντιμετώπισης.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC12872183/