Τα συμπληρώματα βιταμίνης D δεν φαίνεται να προσφέρουν το ίδιο όφελος σε όλους. Νέα επιστημονική ανασκόπηση εξετάζει τη σχέση της βιταμίνης D με παθήσεις όπως ο καρκίνος, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, η υψηλή αρτηριακή πίεση, ο διαβήτης, η COVID-19, η σκλήρυνση κατά πλάκας και η άνοια. Η εργασία έγινε από ερευνητές του Sunlight, Nutrition, and Health Research Center στο Σαν Φρανσίσκο και του Cardiometabolic & Endocrine Institute στο Νιου Τζέρσεϊ και δημοσιεύθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients. Πρόκειται για ανασκόπηση προηγούμενων ερευνών και όχι για νέα κλινική δοκιμή. Οι συγγραφείς εξέτασαν επιστημονικές δημοσιεύσεις από το 1991 έως τον Ιούνιο του 2026.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τρίχες τρωκτικών σε σνακ ιδιωτικής ετικέτας – Ανακλήθηκαν 7.894 συσκευασίες, βάρους άνω των 2,6 τόνων
Οι περισσότερες τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές με συμπληρώματα βιταμίνης D δεν έχουν καταφέρει να δείξουν σημαντικά οφέλη για την υγεία. Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα όταν οι συμμετέχοντες έχουν ήδη επαρκή επίπεδα βιταμίνης D. Προηγούμενη ανασκόπηση που παρατίθεται στην εργασία είχε επίσης καταλήξει ότι η χορήγηση συμπληρώματος σε άτομα με επαρκή επίπεδα δεν προσφέρει αποδεδειγμένο όφελος, χωρίς αυτό να αναιρεί την ανάγκη αντιμετώπισης της σοβαρής ανεπάρκειας.
Οι συγγραφείς θεωρούν ότι ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκαν πολλές κλινικές δοκιμές μπορεί να επηρέασε τα αποτελέσματά τους. Υποστηρίζουν ότι χρησιμοποιήθηκαν πρότυπα κατάλληλα για τη δοκιμή φαρμάκων και όχι για ένα θρεπτικό συστατικό. Σε αρκετές μελέτες συμμετείχαν άνθρωποι που δεν είχαν εξαρχής ανεπάρκεια, ενώ ορισμένοι από την ομάδα σύγκρισης μπορούσαν επίσης να λαμβάνουν μικρές ποσότητες βιταμίνης D. Έτσι, οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων περιορίζονταν.
Οι μεγάλες κλινικές δοκιμές VITAL στις ΗΠΑ, ViDA στη Νέα Ζηλανδία και D-Health στην Αυστραλία χρησιμοποιούνται ως χαρακτηριστικά παραδείγματα. Σύμφωνα με την ανασκόπηση, σχετικά λίγοι συμμετέχοντες είχαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D. Στη ViDA συμμετείχαν 5.110 άνθρωποι, αλλά μόνο 31 είχαν αρχικά επίπεδα κάτω από 10 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο αίματος. Από τα 12 αποτελέσματα που εξετάστηκαν, μόνο τέσσερα παρουσίασαν σημαντική διαφορά μεταξύ των συμμετεχόντων με αρχικά επίπεδα κάτω από 20 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο.
Ένα ακόμη ζήτημα είναι ότι η ίδια ποσότητα συμπληρώματος δεν αυξάνει τη βιταμίνη D στον ίδιο βαθμό σε όλους. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι στις σχετικές έρευνες πρέπει να εξετάζονται κυρίως τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D που τελικά επιτυγχάνονται στο αίμα και όχι μόνο η ποσότητα του συμπληρώματος που χορηγείται.
Θετικά αποτελέσματα έχουν καταγραφεί κυρίως σε πληθυσμούς με χαμηλά αρχικά επίπεδα βιταμίνης D. Σε μελέτη εγκύων με μέση αρχική τιμή περίπου 11 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο, ο έλεγχος και η χορήγηση βιταμίνης D συνδέθηκαν με μικρότερο κίνδυνο προεκλαμψίας, διαβήτη κύησης και πρόωρου τοκετού. Σε άλλη μελέτη 20.025 ασθενών με επίπεδα κάτω από 20 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο, η λήψη συμπληρώματος και η επίτευξη επιπέδων πάνω από 30 συνδέθηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο εμφράγματος. Και οι δύο ήταν παρατηρητικές μελέτες, επομένως δείχνουν συσχετίσεις και δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι η βιταμίνη D προκάλεσε τη μείωση του κινδύνου.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2072-6643/18/17/2902