Περιττή πολυδιάσπαση και κίνδυνος υπονόμευσης της αγοράς τροφίμων.
Σφοδρές αντιδράσεις έχει προκαλέσει στους κόλπους των γεωτεχνικών του Δημοσίου η απόφαση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) να προχωρήσει στη δημιουργία νέας υπηρεσίας ελέγχου της αγοράς. Όπως καταγγέλλει η ΠΟΓΕΔΥ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων), το Υπουργείο επιχειρεί να «στήσει» έναν νέο ΟΠΕΚΕΠΕ, δημιουργώντας επικαλύψεις σε ένα ήδη σύνθετο πλαίσιο εποπτείας.
Η Ομοσπονδία, η οποία εκπροσωπεί γεωτεχνικούς όπως γεωπόνους, κτηνιάτρους, δασολόγους, ιχθυολόγους και γεωλόγους, επισημαίνει πως η δημιουργία ακόμη μίας ελεγκτικής δομής έρχεται να προστεθεί σε ένα περιβάλλον ήδη κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων, προκαλώντας περισσότερα προβλήματα στις επιχειρήσεις τροφίμων, αντί να επιλύει τα υφιστάμενα.
Η ΠΟΓΕΔΥ, στην ανακοίνωσή της, θέτει το ερώτημα για τη σκοπιμότητα της νέας υπηρεσίας, τη στιγμή που υπάρχουν ήδη αρκετοί φορείς ελέγχου. Υπογραμμίζει την ανάγκη για μια ενιαία αρχή εποπτείας, με σαφείς αρμοδιότητες και εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα και η διαφάνεια.
«Η ελεύθερη κυκλοφορία ασφαλών και υγιεινών τροφίμων είναι θεμελιώδης πτυχή της εσωτερικής αγοράς και συμβάλλει ουσιαστικά στην προστασία της δημόσιας υγείας και των κοινωνικών συμφερόντων», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση. Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι οι γεωτεχνικές υπηρεσίες του ΥΠΑΑΤ και των Περιφερειών διενεργούν χιλιάδες ελέγχους ετησίως, επιβάλλοντας πρόστιμα εκατομμυρίων ευρώ – χωρίς, όπως τονίζεται, να ανακοινώνουν κάθε τόσο «επιδόσεις».
Η Ομοσπονδία εκφράζει επίσης προβληματισμό για τη συνεχιζόμενη μεταφορά αρμοδιοτήτων μεταξύ υπουργείων, η οποία, σύμφωνα με τους παραγωγικούς φορείς που συμμετείχαν σε πρόσφατη συνάντηση στο Υπουργείο Ανάπτυξης, έχει οδηγήσει στην απορρύθμιση της εποπτείας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαχείριση θεμάτων σχετικών με τα ζώα συντροφιάς.
Η ΠΟΓΕΔΥ δηλώνει αποφασισμένη να αντισταθεί σε κάθε απόπειρα συγκρότησης ενός νέου μηχανισμού τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ για τον έλεγχο των τροφίμων, τονίζοντας ότι η ενίσχυση των υφιστάμενων δομών και όχι η δημιουργία νέων φορέων είναι η ενδεδειγμένη λύση για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και της ομαλής λειτουργίας της αγοράς.
