Νέα μελέτη του Γεωπονικού και του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ δείχνει πως η πράσινη γεωργία είναι και πιο κερδοφόρα στις καλλιέργειες ντομάτας
Μια νέα μελέτη Ελλήνων επιστημόνων από τον Ελληνικό Γεωργικό Οργανισμό ΔΗΜΗΤΡΑ, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο ρίχνει φως στις οικονομικές και αγρονομικές επιπτώσεις της υιοθέτησης βιώσιμων πρακτικών διαχείρισης ζιζανίων (Sustainable Weed Management Practices – SWMPs) στην καλλιέργεια βιομηχανικής τομάτας. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλία, μια από τις σημαντικότερες αγροτικές περιοχές της χώρας, όπου οι καλλιέργειες τομάτας αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα από τα παρασιτικά ζιζάνια Orobanche και Phelipanche, γνωστά ως «λουλουδιά της τομάτας». Τα ζιζάνια αυτά απομυζούν τα θρεπτικά συστατικά του φυτού, μειώνοντας σημαντικά τις αποδόσεις και απειλώντας τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας.
Η μελέτη που δημοσιεύτηκε στο διεθνές, επιστημονικό περιοδικό Agronomy, βασίστηκε σε δεδομένα από 76 αγροτικές εκμεταλλεύσεις, που καλλιεργούν βιομηχανική τομάτα και εφαρμόζουν διαφορετικούς βαθμούς βιώσιμων πρακτικών. Οι ερευνητές εντόπισαν τέσσερις κατηγορίες εκμεταλλεύσεων: «Ολιστικές», «Μεταβατικές», «Επιλεκτικές» και «Συμβατικές». Η συγκριτική ανάλυση αποκάλυψε μεγάλες διαφορές στη διαχείριση πόρων, στη χρήση εισροών και στα οικονομικά αποτελέσματα μεταξύ των διαφορετικών τύπων αγροκτημάτων.
Τα «ολιστικά» αγροκτήματα —όσα δηλαδή υιοθετούν σε μεγάλο βαθμό τις βιώσιμες πρακτικές— κατέγραψαν εντυπωσιακό καθαρό κέρδος 488,5 ευρώ ανά εκτάριο, επιτυγχάνοντας παράλληλα αποτελεσματικό έλεγχο του παρασιτικού ζιζανίου. Αντίθετα, οι εκμεταλλεύσεις που βασίζονται κυρίως σε συμβατικές μεθόδους εμφάνισαν χαμηλότερη ή αρνητική κερδοφορία, επιβεβαιώνοντας ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα απαιτεί στροφή σε πιο οικολογικές και έξυπνες στρατηγικές διαχείρισης. Η μελέτη δείχνει ότι, πέρα από τα περιβαλλοντικά οφέλη, η ολοκληρωμένη εφαρμογή SWMPs μπορεί να προσφέρει και ουσιαστικά οικονομικά πλεονεκτήματα, εφόσον συνδυάζεται με κατάλληλη τεχνογνωσία και υποστήριξη.
Οι ερευνητές τονίζουν πως, αν και οι μη χημικές πρακτικές —όπως η αμειψισπορά, η μηχανική ζιζανιοκτονία και η χρήση ανθεκτικών ποικιλιών— συχνά θεωρούνται κοστοβόρες ή χρονοβόρες, στην πραγματικότητα μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των αγροκτημάτων απέναντι στις αυξήσεις τιμών των εισροών και στις περιβαλλοντικές πιέσεις. Η μελέτη προτείνει τη δημιουργία πρότυπων αγροκτημάτων επίδειξης, την ενίσχυση εκπαιδευτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών για τους παραγωγούς και την παροχή οικονομικών κινήτρων στο πλαίσιο της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) για να διευκολυνθεί η μετάβαση προς πιο βιώσιμα μοντέλα παραγωγής.
Η έρευνα, που θεωρείται η πρώτη του είδους της στην Ελλάδα, τεκμηριώνει με σαφήνεια τη σύνδεση μεταξύ βιώσιμων πρακτικών διαχείρισης ζιζανίων και βελτίωσης της οικονομικής απόδοσης των καλλιεργειών. Παράλληλα, ενισχύει την ανάγκη για δημιουργία εθνικής βάσης δεδομένων που θα καταγράφει τεχνικά και οικονομικά στοιχεία από αγροκτήματα που εφαρμόζουν τέτοιες πρακτικές, ώστε να σχεδιαστούν πιο στοχευμένες πολιτικές και μέτρα. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η εφαρμογή των SWMPs δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και οικονομικά συμφέρουσα στρατηγική για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2073-4395/15/10/2401
Αναφορά:Μιχάλης, Ευστράτιος, Αθανάσιος Ράγκος, Ηλίας Τραυλός, Δημοσθένης Χαχάλης, και Χρυσοβαλάντης Μαλέσιος. 2025. «Οικονομικές Επιδράσεις της Αειφόρου Διαχείρισης Ζιζανίων κατά του Παρασιτισμού της Σκουφοκράμβης στη Βιομηχανική Τομάτα»
Γεωπόνος 15, αρ. 10: 2401. https://doi.org/10.3390/agronomy15102401
