Eξέλιξη που θα μπορούσε να καθυστερήσει την υλοποίησή της έως και για δύο χρόνια ή ακόμη και να την «εκτροχιάσει».
Οριακή και πολιτικά φορτισμένη ήταν η ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου, με αντικείμενο την παραπομπή της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με 334 ψήφους υπέρ, 324 κατά και 11 απόντες, οι ευρωβουλευτές αποφάσισαν να ζητήσουν γνωμοδότηση του ΔΕΕ για τη συμβατότητα της συμφωνίας με το ευρωπαϊκό δίκαιο, εξέλιξη που πρακτικά «παγώνει» την εφαρμογή της.
Η συμφωνία, που υπεγράφη τυπικά το περασμένο Σάββατο έπειτα από 26 χρόνια διαπραγματεύσεων, αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της Mercosur, δηλαδή την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη. Από την πρώτη στιγμή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε ορισμένα κράτη-μέλη, με τη Γαλλία και την Πολωνία να πρωτοστατούν στην κριτική.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν κλήθηκε να αποφασίσει για την κύρωση ή την απόρριψη της συμφωνίας, αλλά για το αν αυτή θα παραπεμφθεί στο Δικαστήριο της ΕΕ. Το Δικαστήριο θα κρίνει εάν το περιεχόμενό της συνάδει με το ευρωπαϊκό δίκαιο, μια διαδικασία που εκτιμάται ότι μπορεί να διαρκέσει έως και δύο χρόνια. Σύμφωνα με ορισμένους ευρωβουλευτές, μια τέτοια καθυστέρηση ισοδυναμεί ουσιαστικά με απόρριψη της συμφωνίας στην πράξη.
Την ίδια ώρα, στο Στρασβούργο δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της ΕΕ να ζητήσει τροποποιήσεις στο κείμενο, κάτι που θα επιμήκυνε ακόμη περισσότερο το χρονοδιάγραμμα. Το ενδεχόμενο αυτό ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον της συμφωνίας.
Λίγες ώρες πριν από την ψηφοφορία, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν απηύθυνε έκκληση της τελευταίας στιγμής προς τους ευρωβουλευτές, τονίζοντας ότι «όσο περισσότερους εμπορικούς εταίρους έχουμε παγκοσμίως, τόσο πιο ανεξάρτητοι είμαστε. Και αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε τώρα». Η παρέμβασή της, ωστόσο, δεν στάθηκε αρκετή για να αποτρέψει την παραπομπή.
Ιδιαίτερα επικριτικός ήταν ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, ο οποίος χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «απολύτως ανεύθυνο» και έκανε λόγο για «αυτογκόλ». Σε ανάρτησή του στο X, υποστήριξε ότι όσοι αντιτίθενται στη συμφωνία θα έπρεπε να την καταψηφίσουν ανοιχτά στη διαδικασία συναίνεσης και όχι να καταφεύγουν σε τακτικές καθυστέρησης μέσω νομικών προσφυγών, προειδοποιώντας για σοβαρές επιπτώσεις στα οικονομικά συμφέροντα και τη διεθνή θέση της ΕΕ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφρασε επίσης τη δυσαρέσκειά της για την εξέλιξη. Ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, Όλοφ Γκιλ, δήλωσε ότι, σύμφωνα με την ανάλυση της Επιτροπής, τα νομικά ζητήματα που έθεσε το Κοινοβούλιο δεν είναι δικαιολογημένα.
Από την πλευρά του, ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς τάχθηκε υπέρ της προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας, παρά την απόφαση για νομική αμφισβήτηση. Σε ανάρτησή του στο X υποστήριξε ότι η ψηφοφορία αγνοεί τις γεωπολιτικές πραγματικότητες και αποδυναμώνει τη στρατηγική θέση της Ευρώπης.
Η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε σε κλίμα έντασης, καθώς έξω από το κτήριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες αγρότες από τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με εκατοντάδες τρακτέρ. Οι διαδηλωτές εξέφραζαν την έντονη αντίθεσή τους στη συμφωνία, υπό ισχυρά μέτρα ασφαλείας και αυστηρούς αστυνομικούς ελέγχους. Την προηγούμενη ημέρα, ευρωβουλευτές από τις πολιτικές ομάδες των Πρασίνων, των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών και των Πατριωτών για την Ευρώπη είχαν επισκεφθεί τα αγροτικά μπλόκα, δηλώνοντας την κατηγορηματική τους αντίθεση στη συμφωνία.
Υπενθυμίζεται ότι η ΕΕ υπέγραψε στις 17 Ιανουαρίου τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία στην ιστορία της με τις χώρες της Mercosur. Ωστόσο, η εφαρμογή της προϋποθέτει εγκρίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι πολέμιοι της συμφωνίας, με αιχμή του δόρατος τη Γαλλία, τον μεγαλύτερο γεωργικό παραγωγό της ΕΕ, εκφράζουν φόβους ότι θα αυξηθούν δραστικά οι εισαγωγές φθηνού βοδινού κρέατος, ζάχαρης και πουλερικών, πλήττοντας τους Ευρωπαίους κτηνοτρόφους.
Στο νομικό σκέλος, 144 ευρωβουλευτές κατέθεσαν προσφυγή ζητώντας από το Δικαστήριο της ΕΕ να αποφανθεί εάν η συμφωνία μπορεί να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την πλήρη επικύρωσή της από όλα τα κράτη-μέλη, αλλά και αν οι διατάξεις της περιορίζουν την ικανότητα της Ένωσης να χαράσσει πολιτικές για το περιβάλλον και την υγεία των καταναλωτών. Το Δικαστήριο συνήθως χρειάζεται περίπου δύο χρόνια για να εκδώσει τέτοιου είδους γνωμοδοτήσεις.
Η εξέλιξη αυτή ανοίγει πλέον το ερώτημα αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επιχειρήσει να εφαρμόσει προσωρινά τη συμφωνία εν αναμονή της δικαστικής απόφασης, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε θεσμική σύγκρουση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γύρω από ζητήματα δημοκρατικής λογοδοσίας.
Σε πολιτικό επίπεδο, το αποτέλεσμα συνιστά σημαντικό πλήγμα για την Κομισιόν και τα κράτη-μέλη που στηρίζουν τη συμφωνία, τα οποία επιδιώκουν την ενίσχυση των δεσμών με τη Mercosur και θεωρούν τη συμφωνία κρίσιμο εργαλείο απέναντι στους ασταθείς δασμούς και την εμπορική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.