Ο ευρωβουλευτής καταγγέλλει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επικαλούμενη γνωμοδοτήσεις της EFSA, ανοίγει τον δρόμο για χαλαρότερο πλαίσιο στις Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές, με ελλιπή σήμανση και αμφιλεγόμενες εγγυήσεις για περιβάλλον και καταναλωτές
«Τη σαφή πολιτική επιλογή χαλάρωσης του υφιστάμενου ευρωπαϊκού πλαισίου για τους Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς (ΓΤΟ), παρά τις σοβαρές επιστημονικές και κοινωνικές ανησυχίες, επιβεβαιώνει», σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της πολιτικής ομάδας της Αριστεράς (LEFT) και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, Κώστα Αρβανίτη, η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε ερώτηση του σχετικά με τις Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές (NGTs).
Η Επιτροπή απάντησε, δια του Επιτρόπου Olivér Várhelyi, «ότι σύμφωνα με γνωμοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), ορισμένα φυτά που παράγονται με Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές δεν παρουσιάζουν νέους κινδύνους σε σχέση με τις συμβατικές μεθόδους βελτίωσης. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται το ίδιο αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο ούτε υποχρεωτική σήμανση. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι η προσέγγιση αυτή συνάδει με την αρχή της προφύλαξης και προβλέπει σύστημα παρακολούθησης των επιπτώσεων μετά την κυκλοφορία των προϊόντων», τονίζει σε ανακοίνωσή του ο κ. Αρβανίτης.
Στην ανακοίνωση του ευρωβουλευτή υπογραμμίζεται επίσης ότι «η απάντηση αυτή δεν αντιμετωπίζει κρίσιμα ερωτήματα. Επιστημονικοί φορείς και εθνικές αρχές σε ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη επισημάνει ότι ακόμη και μικρές γονιδιακές παρεμβάσεις, μέσω τεχνικών όπως η CRISPR-Cas9, ενδέχεται να έχουν απρόβλεπτες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα. Επιπλέον, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κρίνει ότι οι νέες τεχνικές μεταλλαξιγένεσης μπορεί να ενέχουν κινδύνους αντίστοιχους με εκείνους των ΓΤΟ. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πρόβλεψη περιορισμένης σήμανσης μόνο σε επίπεδο σπόρου, γεγονός που υπονομεύει τη διαφάνεια στην αγροδιατροφική αλυσίδα και στερεί από τους καταναλωτές το δικαίωμα σε ενημερωμένη επιλογή. Παράλληλα, η απουσία σαφών εγγυήσεων για την προστασία της βιολογικής γεωργίας και των μικρών παραγωγών ενισχύει τον κίνδυνο επιμόλυνσης καλλιεργειών και αυξάνει την εξάρτηση από πατενταρισμένους σπόρους και την εμπορευματοποίηση του γενετικού υλικού. Η αναφορά της Επιτροπής σε μελλοντική αξιολόγηση των επιπτώσεων των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δεν επαρκεί για να διασφαλίσει την αγροτική ανεξαρτησία, ενώ εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για την επιρροή μεγάλων γεωργοβιομηχανικών συμφερόντων στη διαμόρφωση της πολιτικής».