Μια έρευνα στην Ιταλία έφερε στο φως ένα δίκτυο παράνομων εισαγωγών τροφίμων από τρίτες χώρες προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκαλύπτοντας παράλληλα προβλήματα που δεν περιορίζονται στην παραβίαση των κανόνων εμπορίου. Οι έλεγχοι σε καταστήματα που πωλούν τρόφιμα από διάφορες χώρες εντόπισαν προϊόντα ζωικής προέλευσης τα οποία παρουσιάζονταν με ετικέτες που τα εμφάνιζαν ως τρόφιμα φυτικής προέλευσης, ενώ σε άλλα προϊόντα έλειπαν κρίσιμες πληροφορίες για αλλεργιογόνα, ημερομηνίες διατηρησιμότητας και την επιχείρηση που ήταν υπεύθυνη για την κυκλοφορία τους.
Η υπόθεση ξεκίνησε στη Νάπολη στο πλαίσιο ελέγχων για την ταυτοποίηση ειδών κρέατος από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 17 έλεγχοι σε καταστήματα τροφίμων, κυρίως καταστήματα με προϊόντα από ασιατικές και άλλες αγορές εκτός Ευρώπης. Σε πέντε κινεζικά καταστήματα εντοπίστηκαν παράνομα προϊόντα ζωικής προέλευσης, τα οποία είχαν παρουσιαστεί ως σνακ με βάση το σιτάρι ή τη σόγια. Οι αρχές προχώρησαν τελικά σε κατάσχεση περίπου 4 τόνων τροφίμων και ξεκίνησαν δικαστικές διαδικασίες σε βάρος πέντε υπευθύνων.
Οι ετικέτες έκρυβαν την πραγματική σύνθεση
Οι έλεγχοι αποκάλυψαν ότι το πρόβλημα δεν αφορούσε μόνο την παράνομη εισαγωγή. Οι ετικέτες σε αρκετά προϊόντα παρουσίαζαν διαφορετική εικόνα από την πραγματική σύνθεσή τους, με ζωικά συστατικά να εμφανίζονται ως φυτικά τρόφιμα. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν εφαρμογές μετάφρασης με τεχνητή νοημοσύνη για να συγκρίνουν τις κινεζικές συσκευασίες με τις ιταλικές ετικέτες και διαπίστωσαν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, στα οποία παρόμοια φυτικά συστατικά αναγράφονταν στα ιταλικά, ενώ παραλείπονταν ή παραποιούνταν πληροφορίες σχετικά με την πραγματική σύνθεση. Παράλληλα, απουσίαζαν υποχρεωτικές πληροφορίες, μεταξύ των οποίων οι δηλώσεις αλλεργιογόνων, η ταυτότητα του υπεύθυνου επιχείρησης τροφίμων και οι ημερομηνίες ανάλωσης ή ελάχιστης διατηρησιμότητας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι αριθμητικές πληροφορίες, όπως το καθαρό βάρος, οι ημερομηνίες παραγωγής, οι αριθμοί παρτίδας και οι διατροφικές δηλώσεις, αντιστοιχούσαν γενικά στις αρχικές συσκευασίες. Το πρόβλημα επομένως εντοπίστηκε κυρίως στις πληροφορίες που αφορούσαν την ταυτότητα και την πραγματική σύνθεση των προϊόντων.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η σύγκριση των στοιχείων των παραγωγικών εγκαταστάσεων με την ευρωπαϊκή βάση δεδομένων TRACES. Οι εγκαταστάσεις που εμφανίζονταν στις αρχικές ετικέτες δεν βρίσκονταν στις κινεζικές περιοχές που ήταν εγκεκριμένες εκείνη την περίοδο για την εξαγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων κρέατος προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ δεν εντοπίστηκαν ούτε στις αντίστοιχες λίστες εγκεκριμένων εγκαταστάσεων. Στα προϊόντα που τέθηκαν υπό επίσημη κράτηση περιλαμβάνονταν πουλερικά, χοιρινό και βοδινό, προϊόντα αλιείας, ποτά με ορό γάλακτος και τρόφιμα που δεν μπορούσαν να ταυτοποιηθούν λόγω ανεπαρκούς επισήμανσης.
Οι εργαστηριακοί έλεγχοι έδωσαν μια ακόμη διάσταση στην υπόθεση. Από 46 δείγματα που συλλέχθηκαν, 17 εξετάστηκαν για την ταυτοποίηση ζωικών ειδών και 29 προϊόντα που περιείχαν χοιρινό εξετάστηκαν για την παρουσία γενετικού υλικού του ιού της αφρικανικής πανώλης των χοίρων. Οι αναλύσεις σε εννέα προϊόντα κρέατος εντόπισαν ζωικά συστατικά, μεταξύ άλλων χοιρινό και βοδινό, για τα οποία οι συγκεκριμένες εισαγωγές απαγορεύονταν. Ακόμη πιο άμεσος ήταν ο κίνδυνος που εντοπίστηκε στα προϊόντα αλιείας, καθώς οι εργαστηριακές αναλύσεις αποκάλυψαν μη δηλωμένα είδη ψαριών και μαλακίων. Η απουσία αυτών των πληροφοριών από τις ετικέτες δημιουργούσε κίνδυνο για καταναλωτές με τροφικές αλλεργίες, οι οποίοι δεν είχαν τρόπο να γνωρίζουν ότι τα συγκεκριμένα αλλεργιογόνα περιέχονταν στα προϊόντα.
Στα 29 δείγματα προϊόντων με χοιρινό, 12 βρέθηκαν θετικά σε γενετικό υλικό του ιού της αφρικανικής πανώλης των χοίρων. Η συγκεκριμένη διαπίστωση χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία, καθώς η ανίχνευση γενετικού υλικού μέσω μοριακής εξέτασης δεν αποδεικνύει ότι υπήρχε ενεργός και μολυσματικός ιός ικανός να προκαλέσει νόσο. Παράλληλα, οι έλεγχοι εντόπισαν και άλλες παραβάσεις, όπως ελλιπή εμπορικά έγγραφα, προϊόντα που είχαν λήξει, τρόφιμα σε κακή κατάσταση και προσβολή από παράσιτα. Η υπόθεση οδήγησε στην ενεργοποίηση εθνικής εκστρατείας ελέγχων στην Ιταλία, με ιδιαίτερη έμφαση στα παράνομα εισαγόμενα κρέατα και προϊόντα κρέατος. Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι τα καταστήματα όπου εντοπίστηκαν τα προϊόντα ενδέχεται να αποτελούσαν τα τελευταία σημεία μιας ευρύτερης παράνομης αλυσίδας διακίνησης και όχι την κύρια πηγή των εισαγωγών. Η παρουσία ρολών και δεσμίδων αυτοκόλλητων ετικετών μαζί με τα προϊόντα ενίσχυσε την υπόθεση ότι τα τρόφιμα και τα υλικά παραπλανητικής επισήμανσης μπορεί να διακινούνταν μαζί, με τις ετικέτες να τοποθετούνται ακόμη και στο επίπεδο της λιανικής.
Η σχετική μελέτη δημοσιεύθηκε στο Italian Journal of Food Safety.