Ανησυχητικά είναι τα ευρήματα εργαστηριακών αναλύσεων Ελλήνων ερευνητών καθώς ανατρέπουν όσα γνωρίζαμε για την ποιότητα και την «αγνότητα» των βασικότερων καρυκευμάτων στο τραπέζι μας. Ύποπτα μικροπλαστικά εντοπίστηκαν σε όλα τα δείγματα αλατιού και ζάχαρης της ελληνικής αγοράς, με το ακριβότερο θαλασσινό αλάτι να παρουσιάζει την υψηλότερη συγκέντρωση σωματιδίων. Η έρευνα κατέγραψε επιβάρυνση ακόμη και σε ορυκτό αλάτι Ιμαλαΐων, ενώ διαπιστώθηκε ότι τα ακριβότερα προϊόντα δεν παρουσίαζαν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις από τα φθηνότερα, ανεξάρτητα από την εμπορική τους κατηγορία.
Η μελέτη που δημοσιεύθηκε χθες 14 Οκτωβρίου στο επιστημονικό περιοδικό Microplastics, διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του ΕΚΠΑ, οι οποίοι εξέτασαν συνολικά 21 εμπορικά προϊόντα, καταγράφοντας την παρουσία, την ποσότητα και τη μορφολογία των ύποπτων μικροπλαστικών. Οι αγορές πραγματοποιήθηκαν με διαφορά 10 μηνών, ώστε να εξεταστούν προϊόντα από διαφορετικές πιθανές παρτίδες παραγωγής. Κάθε εργαστηριακό δείγμα είχε βάρος ενός κιλού και υποβλήθηκε σε διαδικασία διάλυσης, διήθησης και μικροσκοπικής εξέτασης.
Οι πιθανές επιπτώσεις των μικροπλαστικών στην ανθρώπινη υγεία αποτελούν αντικείμενο διεθνούς επιστημονικής έρευνας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει εξετάσει την έκθεση μέσω πόσιμου νερού, τροφίμων και αέρα, επισημαίνοντας την ανάγκη περαιτέρω αξιολόγησης των κινδύνων. Επιστημονικές ανασκοπήσεις εξετάζουν πιθανές επιδράσεις που σχετίζονται με τη φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες και τις χημικές ουσίες που συνδέονται με τα πλαστικά σωματίδια, χωρίς προς το παρόν, να έχουν τεκμηριωθεί πλήρως οι επιπτώσεις της καθημερινής ανθρώπινης έκθεσης.
Οι ερευνητές, της παρούσας μελέτης παραπέμποντας σε προηγούμενες επιστημονικές δημοσιεύσεις, τονίζουν ότι η θέρμανση τροφίμων που περιέχουν μικροπλαστικά μπορεί να προκαλέσει αλλοιώσεις στα πολυμερή και απελευθέρωση χημικών προσθέτων και προϊόντων αποδόμησης, τα οποία ενδέχεται να παρουσιάζουν αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα και τοξικότητα για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Στο εργαστήριο αναλύθηκαν:
- 14 προϊόντα θαλασσινού αλατιού από αλυκές,
- τέσσερα προϊόντα ροζ ορυκτού αλατιού Ιμαλαΐων,
- ένα ανεπεξέργαστο θαλασσινό αλάτι από ελληνικό νησί και
- δύο προϊόντα ζάχαρης.
Η μέση συγκέντρωση στα προϊόντα αλατιού ήταν 118 ύποπτα μικροπλαστικά ανά κιλό, ενώ στη ζάχαρη καταγράφηκαν περίπου 74 σωματίδια ανά κιλό. Το θαλασσινό αλάτι από αλυκές περιείχε κατά μέσο όρο 100 σωματίδια ανά κιλό και το ορυκτό αλάτι 132. Οι διαφορές μεταξύ των τριών βασικών κατηγοριών προϊόντων δεν ήταν στατιστικά σημαντικές.
Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση παρουσίασε το ανεπεξέργαστο θαλασσινό αλάτι, το οποίο συλλεγόταν από παράκτια βράχια ελληνικού νησιού και πωλούνταν ως ιδιαίτερο φυσικό προϊόν. Η μέση συγκέντρωσή του έφτασε τα 308 ύποπτα μικροπλαστικά ανά κιλό, με τυπική απόκλιση 76 σωματιδίων. Το συγκεκριμένο προϊόν είχε επίσης τη υψηλότερη τιμή αγοράς, στα 13,8 ευρώ ανά κιλό, και εξαιρέθηκε από τις στατιστικές συγκρίσεις μεταξύ των κατηγοριών.
Σημαντικές συγκεντρώσεις καταγράφηκαν και στο αλάτι Ιμαλαΐων, παρότι προέρχεται από γεωλογικά κοιτάσματα που σχηματίστηκαν πριν από την παραγωγή συνθετικών πλαστικών. Στο προϊόν με τη χαμηλότερη επιβάρυνση μετρήθηκαν 27 και 36 σωματίδια ανά κιλό στις δύο επαναλήψεις. Στα τρία λεπτόκοκκα ορυκτά αλάτια η μέση συγκέντρωση έφτασε τα 165 σωματίδια ανά κιλό, έναντι 31,5 στο μοναδικό χονδρόκοκκο προϊόν της ίδιας κατηγορίας.
Η τιμή πώλησης εξετάστηκε επίσης ως παράγοντας διαφοροποίησης της επιβάρυνσης. Στα φθηνά θαλασσινά αλάτια καταγράφηκαν κατά μέσο όρο 120 ύποπτα μικροπλαστικά ανά κιλό, έναντι 89 στα ακριβότερα. Η διαφορά αντιστοιχούσε σε μείωση περίπου 30% της συγκέντρωσης, ενώ η μελέτη αναφέρει αύξηση 736% στο κόστος. Ωστόσο, οι στατιστικές αναλύσεις δεν έδειξαν σημαντική συσχέτιση μεταξύ της εμπορικής τιμής και της συνολικής ποσότητας σωματιδίων.
Οι μικροΐνες αποτελούσαν την κυρίαρχη μορφή ύποπτων μικροπλαστικών, αντιπροσωπεύοντας κατά μέσο όρο το 73% των σωματιδίων που καταγράφηκαν στα δείγματα. Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης πλαστικόμορφα θραύσματα και λεπτές μεμβράνες. Η μορφολογική σύνθεση παρουσίασε στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ θαλασσινού και ορυκτού αλατιού, καθώς και μεταξύ θαλασσινού αλατιού και ζάχαρης. Αντίθετα, οι συνολικές συγκεντρώσεις των σωματιδίων δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά μεταξύ αυτών των κατηγοριών προϊόντων.
Η παρουσία ύποπτων μικροπλαστικών στη ζάχαρη και στο ορυκτό αλάτι οδήγησε τους ερευνητές να εξετάσουν πιθανές οδούς επιμόλυνσης πέρα από την αρχική πρώτη ύλη. Στη δημοσίευση αναφέρονται η βιομηχανική επεξεργασία, ο χειρισμός των προϊόντων, η εναπόθεση αιωρούμενων σωματιδίων και η συσκευασία. Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι η έρευνα δεν διαχώρισε αυτές τις πηγές ούτε προσδιόρισε την επιμέρους συμβολή τους στις μετρημένες συγκεντρώσεις.
Η χημική τους σύσταση δεν επιβεβαιώθηκε με φασματοσκοπικές τεχνικές, επομένως χαρακτηρίζονται επιστημονικά ως ύποπτα μικροπλαστικά. Οι ερευνητές προτείνουν μελλοντικές αναλύσεις με φασματοσκοπία Raman ή μFTIR, καθώς και ελέγχους σε διαδοχικά στάδια παραγωγής, από τη συλλογή μέχρι τη συσκευασία. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν διεθνώς αποδεκτά πρότυπα που να καθορίζουν επιτρεπόμενες συγκεντρώσεις μικροπλαστικών στα τρόφιμα ή ανεκτή ημερήσια πρόσληψη για τον άνθρωπο και ζητούν συστηματική παρακολούθηση της επιμόλυνσης και ανάπτυξη κανονιστικών ορίων βασισμένων σε επιστημονικά δεδομένα. Παράλληλα, προτείνουν στοχευμένους ελέγχους στις εγκαταστάσεις παραγωγής, ώστε να εντοπιστούν τα στάδια στα οποία εισέρχονται σωματίδια στα τελικά προϊόντα.
Πηγή: Επιστημονικό περιοδικό Microplastics (MDPI), Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και ΕΚΠΑ, 14 Οκτωβρίου 2026 – https://doi.org/10.3390/microplastics5040207