Οι ριζογκοφρέτες συγκαταλέγονται πλέον στα πιο δημοφιλή σνακ διεθνώς, καθώς επιλέγονται από καταναλωτές που αναζητούν ένα ελαφρύ, πρακτικό και εύκολα μεταφερόμενο τρόφιμο για κατανάλωση μεταξύ των γευμάτων. Η απλή τους σύνθεση, η μεγάλη ποικιλία γεύσεων και η δυνατότητα συνδυασμού τους με γλυκές ή αλμυρές επικαλύψεις έχουν ενισχύσει σημαντικά τη ζήτησή τους τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται συχνά ως εναλλακτική επιλογή στο ψωμί ή στα κράκερ, ενώ αποτελούν συχνή επιλογή σε δίαιτες ελέγχου βάρους και σε διατροφικά πρότυπα που βασίζονται σε προϊόντα δημητριακών. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με όλα τα προϊόντα που παράγονται από δημητριακά, η ασφάλειά τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα της πρώτης ύλης και τις συνθήκες παραγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης. Το ρύζι μπορεί, υπό συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες, να επιμολυνθεί από μύκητες που παράγουν αφλατοξίνες, που όταν εντοπιστούν οδηγούν σε ανακλήσεις, όπως έγινε σήμερα σε δημοφιλή μάρκα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πεπόνια: Νέα ανάκληση από μεγάλο σούπερ μάρκετ: Βρέθηκε υψηλή ποσότητα καδμίου που που δεν απομακρύνεται με το πλύσιμο
Η εταιρεία Pur Aliment ανακοίνωσε την ανάκληση της βιολογικής αλατισμένης ρυζογκοφρέτας Lima Galettes de riz complet salées 100 g, καθώς σε εργαστηριακούς ελέγχους διαπιστώθηκε υπέρβαση της μέγιστης επιτρεπτής περιεκτικότητας σε αφλατοξίνη B1. Η ανάκληση αφορά το προϊόν με κωδικό GTIN 5411788002493, παρτίδα L2505389 και ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 13 Νοεμβρίου 2026, το οποίο διατέθηκε στη γαλλική αγορά από τις 5 Φεβρουαρίου έως τις 13 Μαΐου 2026 μέσω καταστημάτων βιολογικών προϊόντων και του δικτύου Botanic στη Γαλλία. Παράλληλα, η Phag GmbH ανακοίνωσε ανάκληση του ίδιου προϊόντος στην Ελβετία λόγω αυξημένων επιπέδων αφλατοξίνης B1, σε συνεργασία με τις αρμόδιες ελβετικές αρχές.
Η αφλατοξίνη B1 είναι μία από τις πιο επικίνδυνες μυκοτοξίνες που απαντώνται στα τρόφιμα και παράγεται κυρίως από τους μύκητες Aspergillus flavus και Aspergillus parasiticus. Οι μικροοργανισμοί αυτοί αναπτύσσονται σε γεωργικά προϊόντα όταν επικρατούνυψηλή θερμοκρασία και αυξημένη υγρασία κατά την καλλιέργεια, τη συγκομιδή, τη μεταφορά ή την αποθήκευση. Αν και οι αφλατοξίνες συνδέονται συχνότερα με το καλαμπόκι, τους ξηρούς καρπούς και τα φυστίκια, μπορούν να ανιχνευθούν και στο ρύζι όταν οι συνθήκες παραγωγής και διατήρησης ευνοούν την ανάπτυξη μυκήτων.
Η αφλατοξίνη B1 έχει ταξινομηθεί από το Διεθνές Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) στην Ομάδα 1 των καρκινογόνων παραγόντων για τον άνθρωπο. Η ουσία παρουσιάζει γονοτοξική και καρκινογόνο δράση, καθώς μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο γενετικό υλικό των κυττάρων και συνδέεται κυρίως με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Η χρόνια έκθεση ακόμη και σε χαμηλές συγκεντρώσεις θεωρείται ανεπιθύμητη, ενώ ο κίνδυνος αυξάνεται σε πληθυσμούς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο ή χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β.
Η οξεία έκθεση σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις αφλατοξινών μπορεί να προκαλέσει αφλατοξίκωση, κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σοβαρή ηπατική βλάβη, ναυτία, εμέτους, κοιλιακό άλγος, ίκτερο και, σε ακραίες περιπτώσεις, οξεία ηπατική ανεπάρκεια. Τέτοιου είδους περιστατικά παρατηρούνται κυρίως σε περιοχές όπου καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες έντονα επιμολυσμένων τροφίμων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει ιδιαίτερα χαμηλά ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα για τις αφλατοξίνες στα τρόφιμα, καθώς δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί ασφαλές κατώφλι έκθεσης για ουσίες με γονοτοξική και καρκινογόνο δράση.
Η επιμόλυνση του ρυζιού μπορεί να ξεκινήσει ήδη από το χωράφι όταν οι καλλιέργειες εκτίθενται σε υψηλή υγρασία, παρατεταμένες βροχοπτώσεις, θερμικό στρες ή προσβολές από έντομα που προκαλούν τραυματισμούς στους κόκκους. Οι συνθήκες αυτές διευκολύνουν την εγκατάσταση μυκήτων και την παραγωγή μυκοτοξινών. Η ανεπαρκής ξήρανση μετά τη συγκομιδή, η αποθήκευση με αυξημένη υγρασία, ο ελλιπής αερισμός των αποθηκών, η συμπύκνωση υδρατμών και η μακροχρόνια παραμονή των προϊόντων σε ακατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα ανάπτυξης Aspergillus.
Η πρόληψη της επιμόλυνσης βασίζεται στην εφαρμογή ολοκληρωμένων μέτρων σε όλα τα στάδια της αλυσίδας παραγωγής. Η έγκαιρη συγκομιδή, η αποτελεσματική ξήρανση του ρυζιού αμέσως μετά τη συλλογή, η διατήρηση χαμηλής υγρασίας κατά την αποθήκευση, ο συνεχής έλεγχος της θερμοκρασίας και της σχετικής υγρασίας στις αποθήκες, η προστασία από έντομα και τρωκτικά, η τακτική επιθεώρηση των παρτίδων και η απομάκρυνση πρώτων υλών με εμφανή αλλοίωση περιορίζουν σημαντικά τον κίνδυνο παραγωγής αφλατοξινών. Η εφαρμογή προγραμμάτων HACCP, η αξιολόγηση των προμηθευτών, η δειγματοληψία βάσει αξιολόγησης κινδύνου και οι εργαστηριακοί έλεγχοι των εισερχόμενων πρώτων υλών αποτελούν βασικά στοιχεία της διαχείρισης του κινδύνου στη βιομηχανία τροφίμων.
Οι αφλατοξίνες παρουσιάζουν υψηλή θερμική ανθεκτικότητα και δεν καταστρέφονται πλήρως κατά το ψήσιμο, το βράσιμο ή άλλες συνήθεις θερμικές επεξεργασίες. Η παραγωγή ρυζογκοφρετών πραγματοποιείται με υψηλή θερμοκρασία και πίεση, όμως η διαδικασία αυτή δεν εξαλείφει αξιόπιστα τις ήδη σχηματισμένες μυκοτοξίνες. Η ασφάλεια του τελικού προϊόντος εξαρτάται κυρίως από την ποιότητα της πρώτης ύλης και τον αποτελεσματικό έλεγχο πριν από τη μεταποίηση.
Οι επιχειρήσεις τροφίμων που χρησιμοποιούν ρύζι και προϊόντα ρυζιού μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο εφαρμόζοντας προγράμματα τακτικής παρακολούθησης των μυκοτοξινών στις πρώτες ύλες, αξιολογώντας τη γεωγραφική προέλευση των καλλιεργειών, εξετάζοντας ιστορικά δεδομένα συμμόρφωσης των προμηθευτών και ενσωματώνοντας αναλύσεις αφλατοξινών στο πρόγραμμα επαλήθευσης των προδιαγραφών ποιότητας. Η προσέγγιση αυτή συμβάλλει στην έγκαιρη ανίχνευση επιμολυσμένων παρτίδων πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά και στη μείωση της έκθεσης των καταναλωτών σε ουσίες με αποδεδειγμένη τοξικολογική σημασία.
Οι ριζογκοφρέτες που ανακλήθηκαν