Πρόστιμα συνολικού ύψους περίπου 17,2 εκατ. ευρώ επιβλήθηκαν στην μεγαλύτερη εταιρεία επεξεργασίας χοιρινού κρέατος στον κόσμο Shuanghui που ανήκει στον όμιλο WH Group, μετά τον εντοπισμό υπερβολικών υπολειμμάτων κτηνιατρικού αντιβιοτικού σε προϊόν χοιρινού κρέατος. Στον πρόεδρο του κολοσσού κρέατος επιβλήθηκε πρόστιμο περίπου 5,03 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ σε τρία άλλα στελέχη επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους περίπου 2,5 εκατομμυρίων ευρώ.
Η WH Group συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους ομίλους χοιρινού κρέατος παγκοσμίως, με ετήσιο κύκλο εργασιών 28 δισ. δολαρίων το 2025. Την ίδια χρονιά επεξεργάστηκε 48,9 εκατομμύρια χοίρους και πούλησε 4,09 εκατ. τόνους χοιρινού κρέατος. Διαθέτει περισσότερες από 100 βιομηχανικές εγκαταστάσεις και δραστηριοποιείται σε πάνω από δέκα χώρες, μέσω εταιρειών όπως η κινεζική Shuanghui, η αμερικανική Smithfield Foods και η ευρωπαϊκή Morliny Foods, με εξαγωγές σε αγορές όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και το Μεξικό.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα κινεζικών μέσων ενημέρωσης, εργαστηριακός έλεγχος σε δείγμα χοιρινού κρέατος εντόπισε συγκέντρωση λινκομυκίνης 7.700 μικρογραμμαρίων ανά κιλό, όταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 200 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Η καταγεγραμμένη συγκέντρωση ήταν 38,5 φορές υψηλότερη από το συγκεκριμένο όριο. Η λινκομυκίνη είναι αντιβιοτικό που χρησιμοποιείται στην κτηνιατρική για την αντιμετώπιση βακτηριακών λοιμώξεων σε ζώα εκτροφής.
Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2025, ενώ οι σχετικές κυρώσεις δημοσιοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 2026. Η υπόθεση εξετάστηκε από τις αρμόδιες κινεζικές αρχές, οι οποίες διαπίστωσαν παραβάσεις της νομοθεσίας για την ασφάλεια τροφίμων. Τα πρόστιμα αφορούσαν τόσο επιχειρήσεις που συνδέονται με τη Shuanghui όσο και διοικητικά στελέχη, στα οποία αποδόθηκαν ευθύνες για τις παραβάσεις που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα.
Η παρουσία υπολειμμάτων κτηνιατρικών φαρμάκων πάνω από τα θεσπισμένα όρια αποτελεί ζήτημα συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ασφάλειας τροφίμων. Τα ανώτατα όρια καταλοίπων καθορίζονται για να περιορίζεται η έκθεση των καταναλωτών σε φαρμακευτικές ουσίες μέσω τροφίμων ζωικής προέλευσης. Η υπέρβασή τους δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι προκλήθηκε βλάβη στην υγεία, αλλά συνιστά παραβίαση των προβλεπόμενων προδιαγραφών για τη διάθεση του προϊόντος.
Η συμμόρφωση με τα όρια υπολειμμάτων απαιτεί κατάλληλη διαχείριση των κτηνιατρικών θεραπειών, και τήρηση των χρόνων αναμονής πριν από τη σφαγή και αποτελεσματικούς ελέγχους στην παραγωγική αλυσίδα. Οι χρόνοι αναμονής επιτρέπουν τη μείωση των συγκεντρώσεων φαρμακευτικών ουσιών στους ιστούς των ζώων. Παράλληλα, οι εργαστηριακές αναλύσεις αποτελούν βασικό μέσο επαλήθευσης της συμμόρφωσης των προϊόντων με τα ισχύοντα όρια πριν από τη διάθεσή τους.