Έρευνα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε δείγματα από όλη τη χώρα αναλύει την παρουσία ωχρατοξίνης Α σε εδώδιμους ιστούς χοίρων και την πιθανή έκθεση μέσω διατροφής
Νέα ελληνική επιστημονική μελέτη, εξετάζει την παρουσία της μυκοτοξίνης ωχρατοξίνη Α (OTA) σε χοιρινό κρέας και εδώδιμους ιστούς ζώων που προορίζονται για κατανάλωση στην Ελλάδα. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με τη συμμετοχή του Τμήματος Κτηνιατρικής και του Τμήματος Επιστήμης Τροφίμων και Διατροφής. Η ωχρατοξίνη Α είναι γνωστή για τις επιπτώσεις της στην υγεία, καθώς συνδέεται με νεφροτοξικότητα και έχει ταξινομηθεί ως πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο. Τα ευρήματα συμβάλλουν στην αποτύπωση της κατάστασης στην ελληνική αγορά και παρέχουν στοιχεία για την αξιολόγηση της ασφάλειας των τροφίμων ζωικής προέλευσης, με έμφαση στο χοιρινό κρέας και τα προϊόντα του.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το δημοφιλές φρούτο που “πρωταγωνιστεί” σε θανατηφόρες δηλητηριάσεις – Νέα μαζική ανάκληση έως 100.000 τεμαχίων
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τι ώρα ανοίγουν και τι ώρα κλείνουν σήμερα Μεγάλη Παρασκευή τα σουπερμάρκετ
Πολυάριθμες μελέτες έχουν διερευνήσει την εμφάνιση OTA σε βρώσιμους ιστούς χοίρων παγκοσμίως, αναφέροντας εξαιρετικά μεταβλητά επίπεδα μόλυνσης που κυμαίνονται από μη ανιχνεύσιμα έως σχετικά υψηλές συγκεντρώσεις. Μεταξύ των ζώων παραγωγής τροφίμων, οι χοίροι θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτοι στην έκθεση σε OTA λόγω της υψηλής βιοδιαθεσιμότητας της τοξίνης και του αργού ρυθμού αποβολής της, η οποία μπορεί να ευνοήσει τον σχηματισμό υπολειμμάτων σε βρώσιμους ιστούς μετά την κατανάλωση μολυσμένων ζωοτροφών. Η OTA υπάρχει ευρέως σε πρώτες ύλες ζωοτροφών και σύνθετες σιτηρέσια για χοίρους, με αποτέλεσμα μετρήσιμη έκθεση, με τις μολυσμένες ζωοτροφές να αντιπροσωπεύουν την κύρια οδό έκθεσης.
Μετά την έκθεση μέσω της διατροφής, η OTA κατανέμεται συστηματικά και έχει αναφερθεί ένα συνεπές πρότυπο κατανομής στους ιστούς, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να ανιχνεύονται στο αίμα, ακολουθούμενες από τα νεφρά και το ήπαρ, ενώ χαμηλότερα επίπεδα βρίσκονται γενικά στους μυϊκούς και λιπώδεις ιστούς. Αυτή η κατανομή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ασφάλεια των τροφίμων, καθώς τα υπολείμματα OTA στους νεφρούς και το ήπαρ, και, σε χαμηλότερα επίπεδα, στους μυϊκούς και λιπώδεις ιστούς, μπορούν να συμβάλουν στην έκθεση του ανθρώπου μέσω του χοιρινού κρέατος και των προϊόντων που προέρχονται από χοιρινό κρέας, ιδιαίτερα εκείνων που περιέχουν όργανα ή αίμα (από τη μεταφορά από την τροφή στα όργανα/ιστούς, «φαινόμενο μεταφοράς»). Αυτή η ανησυχία έχει επισημανθεί στην αξιολόγηση κινδύνου της EFSA σχετικά με την OTA στα τρόφιμα, ενώ πιο πρόσφατες αξιολογήσεις της EFSA υπογραμμίζουν τη σημασία των υπολειμμάτων ιστών στους χοίρους, ιδιαίτερα στα νεφρά και το ήπαρ, για την αξιολόγηση της διατροφικής έκθεσης και του πιθανού σχηματισμού υπολειμμάτων.
Η μελέτη βασίστηκε σε ανάλυση δειγμάτων από 1.695 χοίρους που προέρχονταν από 113 χοιροτροφικές μονάδες σε οκτώ γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Οι επιστήμονες εξέτασαν νεφρά, ήπαρ, μυϊκό ιστό και λίπος, με στόχο να αξιολογήσουν κατά πόσο η συγκεκριμένη τοξίνη, που προέρχεται κυρίως από μολυσμένες ζωοτροφές, περνά στην τροφική αλυσίδα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, η έκθεση των καταναλωτών στην Ελλάδα μέσω κατανάλωσης χοιρινού κρέατος εκτιμάται ως χαμηλή, δεδομένης της απουσίας της τοξίνης στους μυς και στο λίπος. Πιο συγκεκριμένα, δεν ανιχνεύθηκε ωχρατοξίνη Α στο μυϊκό ιστό και στο λίπος, δηλαδή στα μέρη του χοιρινού που καταναλώνονται συχνότερα. Αντίθετα, η παρουσία της εντοπίστηκε σε μικρό ποσοστό στα νεφρά και σε ακόμη χαμηλότερο ποσοστό στο ήπαρ. Συγκεκριμένα, ανιχνεύθηκε στο 5,8% των δειγμάτων νεφρών και στο 2,4% των δειγμάτων ήπατος, με τις συγκεντρώσεις να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα.
Η κατανομή της τοξίνης δεν ήταν ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα. Υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως η Καρδίτσα, γεγονός που αποδίδεται κυρίως σε τοπικές συνθήκες αποθήκευσης και χρήσης ζωοτροφών. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, παρά τα χαμηλά επίπεδα που καταγράφηκαν, η παρουσία της τοξίνης σε όργανα όπως το ήπαρ και τα νεφρά καθιστά αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου εντοπίζονται υψηλότερες συγκεντρώσεις. Η έρευνα υπογραμμίζει επίσης τη σημασία του ελέγχου των ζωοτροφών, καθώς αποτελούν την κύρια πηγή εισόδου της τοξίνης στον οργανισμό των ζώων.
Πηγή: Toxins https://www.mdpi.com/2072-6651/18/4/181
Αναφορά: Vlachou Mikela, Nikolaos Solomakos, Alexander Govaris, Vassilis Athanasiadis, Stavros I. Lalas, and Andreana Pexara. 2026. “Occurrence of Ochratoxin A in Edible Pig Tissues (Kidneys, Liver, Muscle and Fat) in Greece Determined by HPLC-FD” Toxins 18, no. 4: 181. https://doi.org/10.3390/toxins18040181